Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Κεφάλαιο 5ο   


     Ο Λοκ κατάφερε να φύγει μακριά από τη φασαρία των σφυριών που χτυπού
σαν ανελέητα τα καρφιά στο ξύλο.Κρύφ
τηκε κάτω από ένα δέντρο στην άκρη του χωριού προστατευμενος από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού.
      Η σκέψη ότι ο διώκτης του βρισκο
ταν τόσο κοντά, του δημιουργούσε φό
βο, αλλά και αγωνία.
"Οι Ιππότες του δεν θα σκέφτονταν, να ψάξουν εδώ.Οι Βάλτοι ανήκουν στον Χειμουρ,οπότε οι κυνηγοί του δε χρει
άζεται να ψάξουν στο ίδιο του το σπίτι",σκέφτηκε.
     Όμως, ο φόβος του ήταν μεγάλος.Χί
λιους δυο τρόπους, σκέφτηκε σχετικά
με το πως θα μπορούσαν να τον ανακα
λύψουν.
     Τελικά, όμως τα απέκλεισε όλα, αφού
κανένας δεν τον γνώριζε στην περιοχή.
"Πρέπει να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώ
πους, βασίζονται πάνω μου .Δεν πρέπει να τους εγκαταλείψω, δεν πρέπει να δειλιάσω τώρα!",σκέφτηκε.
     Μετά από αρκετή ώρα ξεκούρασης,κά
τω από το σκιερά κλαδιά, ένας δυνατός ήχος τον ξύπνησε . Άνοιξε τα  μάτια του και άκουσε μια καμπάνα να χτυπάει.
     Ήταν το σινιάλο που είχαν ορίσει οι χωρικοί, εάν επιστρέψουν οι ληστές. Αμέσως, ο Λοκ παράτησε το δέντρο και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Όλοι οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στην νότια
πλευρά του χωριού.
     Τρεις άντρες είχαν φτάσει από το δάσος, ιππεύοντας γεροδεμένα άλογα.
"Παράξενοι ληστές", σκέφτηκε.
      Οι τρεις καβαλάρηδες πλησίασαν αρκετά το χωριό και σταμάτησαν λίγα μέτρα έξω από τα καμμένα σπίτια του χωριού. Ξαφνικά σταμάτησαν να ιππεύ
ουν και ο μεγαλύτερος, σε ηλικία από τους τρεις, προχώρησε θαρρετά μερικά βήματα.
     Ο Λοκ γύρισε στον Χένρυ και του ψιθύ
ρισε, να του φέρει το σπαθί του. Το ψηλό αγόρι έφυγε από το πλήθος και απομα
κρύνθηκε, χωρίς να τον πάρουν είδηση.
     Ο ληστής πλησίασε όλο και πιο πολύ το εξοργισμένο πλήθος των χωρικών.
-Κάτοικοι του Κλέιγουντ!φώναξε.Ελπι
ζω να σκεφτήκατε την προσφορά μας.
Εάν θέλετε να δείτε το χωριό σας να ευη
μερεί, τότε πρέπει να μας δώσετε αυτά που σας ζητούμε. Αρνηθήκατε μια φορά και είδατε τι συνέβη!
-Και ποια ακριβώς είναι αυτή η συμφωνί
α; ρώτησε περπατώντας ανάμεσα από τους χωρικούς, προκειμένου να πλησιά
σει τον έφιππο ληστή.
-Η συμφωνία ορίζει, τα δύο τρίτα κάθε προϊόντος που υπάρχει σε αυτό το χω ριό να μας δοθούν μέσα σε δύο μέρες.Και η διορία σας έχει λήξει!
     Ένας από τους γηρεότερους χωρι
κούς έπεσε στα γόνατα και τον παρακά
λεσε να φύγει.
-Δεν έχουμε τίποτα! Σε παρακαλώ άφη
σέ μας ήσυχους.
     Δύο άλλοι ήρθαν στο πλευρό του.
-Μας τα πήρατε όλα! Του φώναξαν.
-Λυπάμαι, αλλά είναι διαταγή! Είπε ο λη
στής.
-Και ποιος δίνει αυτή τη διαταγή; ο Σβεν;
Πες στον δειλό αρχηγό σου, εάν θέλει τη συμφωνία, να έρθει ο ίδιος εδώ, και όχι να στέλνει τους άντρες του, είπε ο Λοκ πλησιάζοντας τους ληστές.
-Θα μπορούσα να σε ξεκοιλιάσω, σαν γου
ρούνι, εδώ και τώρα, άχρηστε βρωμοχω
ριάτη! Είπε και τράβηξε το σπαθί του.
-Φύλαξε τις δυνάμεις σου! Δεν θέλω να σε πολεμήσω!
-Εγώ, όμως, θέλω! Είπε ο ληστής και σπι
ρούνισε το άλογο του, καλπάζοντας προς τα πάνω του.
     Το άλογο του όρμησε πάνω στον Λοκ και σχεδόν θα τον πάταγε, εάν δεν έκανε αμέσως στην άκρη, κυλώντας στο χώμα.
-Λοκ, πιάσε! Φώναξε ο Χένρυ, πετώντας το σπαθί στον αέρα.
     Το σπαθί προσγειώθηκε λίγα μέτρα, μακριά από τον Λοκ . Όμως, λίγα μέτρα πιο πέρα ο ληστής είχε στρίψει το αλο
γό του και ετοιμαζόταν, για μια νέα επί
θεση.
     Ο Λοκ τράβηξε το σπαθί του από τη δερμάτινη θήκη και το ύψωσε πλάγια στον αέρα, μπλοκάρωντας το χτύπημα του ληστή.Οι δύο ληστές παρέμειναν στα άλογα τους άπραγοι, έχοντας όμως το χέρι τους δεμένο, γύρω από τη λαβή του σπαθιού τους.
     Η μάχη μεταξύ του έφιππου ληστή και του Λοκ συνεχίστηκε για αρκετή ώρα. Την ώρα της μάχης ο ληστής ορμούσε και ο Λοκ τον απόφευγε κυλώντας στο χώμα. Μέχρι που του δόθηκε η κατάλ
ληλη ευκαιρία.
     Σε μια στιγμή απροσεξίας, ο ληστής σπιρούνισε άσκοπα το άλογο του.Το άλο
γο χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πό
δια. Ο Λοκ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρί
α και επιτέθηκε στον ληστή.
     Ο ληστής μπορούσε ακόμη να χρήσιμο ποιήσει το σπαθί του, παρά τις δυσκολί
ες που του προκαλούσε το ατίθασο αλο
γό του.Ο Λοκ πλησίασε αρκετά κοντά και
αφού απέκρουσε δυο χτυπήματα του λη στή, με μία κίνηση της λεπίδας του, έκο
ψε το λουρί, που κρατούσε τη σέλα στα
θερή.
     Η σέλα γλίστρησε στην πλάτη του αλό
γου και ο αναβάτης του, έπεσε κάτω. Οι δύο ληστές, που τόση ώρα είχαν μείνει άπραγοι τράβηξαν τα σπαθιά τους, τα ο
ποία έλαμψαν στο φως του ήλιου, όρμη
σαν με τα άλογα τους προς τον Λοκ.
     Ο Χένρυ, ο οποίος ήρθε να βοηθήσει τον Λοκ, κρατώντας στο χέρι μια μακρυά
σανίδα, έριξε κάτω τον έναν από τους α
ναβάτες. Τον άλλο τον ανέλαβε ο Λοκ.Τα σπαθιά τους συγκρούστηκαν στον αέρα. Η σύγκρουση ήταν τόσο μεγάλη που και οι δύο έπεσαν κάτω.
       Ο ψηλός νέος έπιασε των επικεφα
ή των τριών ληστών απ' το ύφασμα τού
μανδύα του και τον σήκωσε στον αέρα. Ο
ληστής τρόμαξε στο υπερφυσικό ύψος του χωρικού και προσπάθησε να ξεφύ
γει,αλλά ο γίγαντας τον κράτησε σφιχτά.
     Ο Λοκ τον πλησίασε με ένα μακρύ χα
μόγελο, χαραγμένο στα χείλη του.
-Σας παρακαλώ, κύριε μου, έκανα λάθος,
το Κλέιγουντ θα μείνει ήσυχο. Δεν το εν
νοούσα..., σας παρακαλώ! Ικέτεψε για τη
ζωή του ο ληστής.
     Ο Λοκ πλησίασε το αυτί του ληστή.
-Θα αφήσω εσένα και τους άντρες σου να ζήσετε, για μόνο και ένα λόγο. Θέλω να μεταφέρεται ένα μήνυμα για εμένα. Πες στον Σβεν, ότι το μόνο που θα πάρει
από αυτό το χωριό είναι η λάσπη των Βά
λτων! Έγινα κατανοητός;
     Ο ληστής κούνησε το κεφάλι του κα
ταφατίκα, αφήνοντας δάκρυα να κυλή
σουν στο πρόσωπο του. Ο Λοκ έκανε νόη
μα στον Χένρυ να τον αφήσει. Ο μεγαλό
σωμος άντρας υπάκουσε και άφησε τον ληστή να φύγει.
     Οι τρεις ληστές ετοιμάστηκαν να ανέ
βουν στα άλογα τους, όταν ο Λοκ τους πρόσταξε να φύγουν με τα πόδια.
-Μα...! Έκανε ο επικεφαλής, αλλά μόλις είδε το θυμωμένο πρόσωπο του Λοκ το ξανασκέφτηκε. Έδωσε διαταγή στους άντρες να εγκαταλείψουν τα άλογα τους και να τον ακολουθήσουν στο δάσος.
     Οι μαυροντυμένοι άντρες ακολούθη
σαν τον αρχηγό τους και σύντομα και οι τρεις τους χάθηκαν στα δάση.
     Μόλις οι ληστές εξαφανίστηκαν, όλοι οι χωρικοί ήρθαν να συγχαρούν τον Λοκ που αποφάσισε να τους αντισταθεί.
"Ζήτω ο Λοκ, ζητώ ο Χένρυ!", ζητωκραύ
γασαν οι χωρικοί.
-Η ώρα της χαράς δεν έχει έρθει ακόμα. Οι ληστές θα ξαναγυρίσουν και αυτή τη φορά θα είναι περισσότεροι!Ειπε στο πλήθος.
-Τότε γιατί τους άφησες να φύγουν; Θα προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους, ρώτησε μπερδεμένος ο Χένρυ.
-Τους θέλω φοβισμένους,του απάντησε ο Λοκ, τώρα είναι η ώρα να χτυπήσουμε.
-Πώς; Δεν έχουμε όπλα, ούτε και την ικα
νότητα να τα χρησιμοποιήσουμε. Πώς πι
στεύεις ότι θα τους νικήσουμε; ρώτησε ένας από τους ηλικιωμένους.
-Θα τους κυνηγήσουμε, στο ίδιο τους το δάσος! Ποιος θέλει εκδίκηση; φώναξε στο πλήθος ο Λοκ.
     Το πλήθος των χωρικών άρχισε να φωνάζει και να  πανηγυρίζει, που επιτέλους θα είχαν την ευκαιρία να πά
ρουν την εκδίκηση τους.


Κεφάλαιο 6ο


     Η ανάσα τού είχε σχεδόν κοπεί.Τα πόδια του τον πονούσαν, αναγκάστηκε να ξεφορτωθεί το βάρος του σπαθιού του, για να καταφέρει να γυρίσει έγκαιρα.
     Μετά από ώρες τρεξίματος, ο ληστής επιτέλους την είδε. Οι συνοδοί του τον α
κολουθούσαν, λίγα μέτρα πιο πίσω. Ο ληστής, σαν μανιακός, έτρεξε στο κέντ
ρο της και προσπαθούσε να βρει την σκη
νή του αρχηγού του.
-Σβεν! Σβεν! Φώναξε, καθώς έμπαινε στην σκηνή του.
-Τι συνέβη; Γιατί γυρίσατε με τα πόδια, πού είναι τα άλογα σας; ρώτησε ο Σβεν.
-Οι χωρικοί μας επιτέθηκαν! Δεν είμα
σταν προετοιμασμένοι...μας διέλυσαν!
-Ποιος σας επιτέθηκε; ρώτησε ο λήσταρ
χος.
-Ήταν ένας άντρας, ντυμένος σαν αυτούς
, αλλά δεν πρέπει να ήταν ένας από τους χωρικούς. Ήξερε να χειρίζεται το σπαθί σαν ιππότη. Αλλά δεν αντιστάθηκε μόνο αυτός,...,ένας άντρας, ψηλός σαν γίγα
νταν, μας διέλυσε.
-Τους άφησες να σε γελοιποίησουν! Ξέ
ρεις πόσο θα δυσκολέψει αυτό τα σχέδι
α μας; είπε ο Σβεν, χτυπώντας με δύναμη τη γροθιά του στο γραφείο του.
-Είναι κάτι ακόμα, κύριε! Ο ξένος μου ζή
τησε να σας μεταφέρω ένα μήνυμα.
-Ποιο είναι το μήνυμα;
-Μου είπε, ότι το μόνο που θα πάρεις, αρ
χηγέ, είναι η λάσπη των Βάλτων!
-Η λάσπη των Βάλτων, ε! Όντως, η λάσπη που θα πάρω από τον τάφο του, όταν θα τον σκοτώσω, με τα ίδια μου τα χέρια,....
, είπε ο Σβεν χαμογελώντας στον ληστή,
που τον κοιτούσε γεμάτος φόβο.
-Κύριε, θέλετε να στείλω γράμμα στον α
φέντη, να του πω τι συνέβη;
-Είσαι, ηλίθιος; Θα μας κρεμάσει όλους για την ηλιθιότητάμας, αν μάθει τι συνέ
βη στο Κλέιγουντ! Είπε και σχεδόν χύμη
ξε πάνω του, έτοιμος να τον πνίξει.
     Ο μαυροντυμένος ληστής έμεινε ήσυ
χος στην συνέχεια της συζήτησης, κου
νώντας το κεφάλι του καταφατικά, όπο
τε του απηύθυνε τον λόγο ο αρχηγός του.
-Πρέπει να δώσουμε σ' αυτούς τους χω
ρικούς ένα μάθημα, είπε τελικά ο λησ
τής.
-Το Κλέιγουντ, μας ταλαιπώρησε αρκετά!
Πρέπει να προχωρήσουμε! Πάρε είκοσι άντρες και πήγαινε στο χωριό. Όμως, αυ
τή τη φορά μην αφήσεις τίποτα όρθιο. Θέλω να δω αυτό το χωριό να καίγεται συθέμελα. Άδειασε τις αποθήκες τους, ότι τρόφιμα και χρυσό πάρεις θα τον φέ
ρεις πίσω! Και αν μπορείς, φέρε μου αυ
τόν τον ξένο ζωντανό.
-Θα σας τον φέρω ζωντανό!
-Το καλό που σου θέλω!
     Μόλις η συζήτηση τους τελείωσε, ο ληστής επέστρεψε στην σκηνή του, όπου και κοιμήθηκε.


Κεφάλαιο 7ο


     Ο Λοκ είχε συγκεντρωθεί μαζί με τους χωρικούς, που αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν, στο κέντρο του χωριού.
Οι χωρικοί μπορεί να ήταν εξοπλισμέ
νοι με δρεπάνια, τσουγκράνες και φτυά
ρια, αλλά έδειχναν πρόθυμοι να πολεμή
σουν.
-Πως προτείνεις να τους κυνηγήσουμε; ρώτησε ο μεγαλόσωμος Χένρυ.
-Θα τους στήσουμε ενένδρα! Αλλά πρώ
τα πρέπει να δούμε ποια είναι η καλύτε
ρη τοποθεσία. Ποιος ξέρει καλύτερα το δάσος;
-Εγώ, είπε ένας από τους χωρικούς, ξέ
ρω το δάσος καλύτερα από τον καθένα.
Ήμουν κυνηγός, παλιότερα. Ξέρω, που το δάσος κοντά στους Βάλτους, πυκνώ
νει και που αραιώνει.
-Ποιά τοποθεσία πιστεύεις ότι είναι η κα
λύτερη; είπε ο Λοκ και του έδειξε το χά
ρτη.
     Ο χωρικός του έδειξε τρεις τοποθεσί
ες, όλες προς τον νότο.
-Από πού πιστεύεις ότι θα έρθουν;
-Ήρθαν από εδώ, έδειξε την κεντρική το
ποθεσία. Προτείνω να χωριστούμε σε τρεις ομάδες, η καθεμία θα αναλάβει και από μία τοποθεσία...
-Δεν μπορούμε να χωριστούμε! Θα μας δι
αλύσουν! Είπε ο Λοκ απότομα.
-Θα μας διέλυαν, έτσι κι αλλιώς, αυτοί εί
ναι εξοπλισμένοι με άλογα και κοφτερά σπαθιά. Εμείς το μόνο που έχουμε είναι είναι λίγα δρεπάνια, είπε ένας από τους γηρεότερους χωρικούς.
-Θα τους πολεμήσουμε ακόμα και με πέ
τρες! Είπε ένας άλλος.
     Ο Λοκ κοίταξε το χάρτη προσεκτικά, καθώς οι χωρικοί γύρω του μάλωναν. Εί
δε τις τοποθεσίες, όλες ήταν κατάλλη
λες, για μια ενένδρα. Αλλά είχε δίκιο, δεν μπορούσαν να πολεμήσουν σε τρία διαφορετικά μέτωπα. Ξεπερνούσε τις δυνάμεις τους.
     Εάν ήθελαν να κερδίσουν θα έπρεπε να μείνουν ενωμένοι. Όμως, καθώς κοι
τούσε τις τοποθεσίες τού ήρθε μια ιδέα.
-Εάν κλείσω τους δύο από τους τρεις δρόμους, ποια πιστεύεις ότι είναι η καλύ
τερη; ρώτησε τον κυνηγό.
-Το σχέδιο, ίσως, δουλέψει, αλλά πρέπει να βιαστούμε. Ίσως οι ληστές να έχουν ή
δη ξεκινήσει.!
-Πού; ρώτησε ο Λοκ και του έδειξε τον χάρτη.
     Ο κυνηγός έδειξε την κεντρική δίοδο και έπειτα έσφιξε στο χέρι του ένα τσε
κούρι, χαμογελώντας στον Λοκ.
-Όλοι! Πάρτε από ένα τσεκούρι και τρέ
ξτε στην ανατολική και δυτική τοποθεσί
α.
     Όλοι οι χωρικοί πλησίασαν στον χάρ
τη, για να δουν τις διόδους. Έπειτα άρπα
ξαν από ένα τσεκούρι και έτρεξαν βαθιά,
μέσα στο δάσος.
     Το σχέδιο ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά ή
ταν η μόνη ελπίδα, για να αντιμετωπί
σουν τους ληστές.


Κεφάλαιο 8ο


     Αναγκάστηκαν να αλλάξουν διαδρομή δύο φορές. Τα άλογα τους είχαν κουρα
στεί, τρεις ώρες ταξίδευαν σαν χαμένοι,
στο δάσος.
     Ο επικεφαλής γύρισε να δει τους άν
τρες του. Όλοι τους έδειχναν κουρασμέ
νοι και φοβισμένοι. Τα άλογα τους έδει
χναν, ακόμη πιο ταλαιπωρημένα. Ο δρό
μος που είχαν πάρει, οδηγούσε στο Κλέ
ιγουντ, αλλά θα γινόντουσαν εύκολα αντι
ληπτοί από τους χωρικούς εάν πλησία
ζαν αρκετά κοντά.
     Γι' αυτό ήθελε να επιτεθεί από τις πλευρικές διόδους. Όμως, και οι δύο ή
ταν μπλοκαρισμένες. Μεγάλοι κορμοί δέ
ντρων εμπόδιζαν τις δύο πλευρικές διό
δους. Η βλάστηση ήταν πολύ πυκνή για να κάνουν τους παρακάμψουν.
     Είχε τις υποψίες του. Αυτός και οι ά
ντρες του είχαν περάσει πολλές φορές από αυτούς τους δρόμους, για να πάνε στο Κλέιγουντ, αλλά και σε άλλα χωριά.
Ήταν βέβαιος ότι κάποιος είχε κόψει αυ
τά τα δέντρα. Και μάλιστα πρόσφατα, σαν να ήξεραν ότι θα έρχονταν.
     Ήλπιζε μονάχα το κεντρικό πέρασμα να είναι προσβάσιμο. Οι άντρες ήταν πο
λύ κουρασμένος, για να πολεμήσουν. Το Κλέιγουντ απήχε από την κατασκήνωσή τους στο δάσος μία ώρα, εάν ζόριζαν τα
άλογα τους,τώρα είχαν καθυστερήσει, πάρα πολύ.
     Ένας από τους άντρες του τον πλησία
σε με το άλογό του.
-Πόση ώρα απέχουμε από το Κλέιγουντ;
-Πιστεύω ότι σε μερικά λεπτά θα είμα
στε εκεί!
-Το ίδιο νόμιζες και πριν από δύο ώρες! Αν γνώριζα ότι θα μας έπαιρνε τόση ώρα
, δεν θα δεχόμουνα να σε ακολουθήσω! Είπε και σπιρούνισε το άλογο του, ζορί
ζοντάς το να προχωρήσει.  
-Κάποιος θέλει να μας καθυστερήσει.
-Πιστεύεις, ότι οι χωρικοί ευθύνονται για αυτό;
-Είναι πολύ πιθανό! Είπε και γύρισε στους άντρες του. Πλησιάζουμε στο Κλέ
ιγουντ, τα μάτια σας δεκατέσσερα!
     Οι ληστές έσφιξαν τις ζώνες τους και
ίππευσαν τα άλογα τους με χαμηλότερη ταχύτητα. Μέσα από τα πυκνά κλαδιά μπορούσαν να δουν τους καπνούς που προέρχονταν από το χωριό.
     Η μυρωδιά της τσίκνας εισχώρησε στις μύτες τους. Τα στομάχια ολονών άρ
χιζαν να γουργουρίζουν και μερικά άλο
γα άρχισαν να χλιμιντρίζουν, καθώς μύρι
σαν κοντινό φαγητό.
-Βλαντ! Τα άλογα πεινάνε, το ίδιο και ε
μείς! Είπε ένας από τους ιππείς στον επι
κεφαλή του.
-Θα φάμε μετά το πλιάτσικο! Προχωρή
στε, αλλιώς δεν θα φάτε για τρεις μέρες
, είπε στους άντρες του.
     Οι πεινασμένοι ληστές υπάκουσαν τον
επικεφαλή τους και τον ακολούθησαν, χωρίς παράπονα.
     Πέρασαν λίγα λεπτά, αφότου ο Βλαντ και οι άντρες του είχαν αρχίσει να αφή
νουν πίσω τους το δάσος. Η πυκνή βλά
στηση άρχισε σταδιάκα, να αραιώνει.
     Λίγο πιο πέρα φάνηκε κάτι που έκανε τον Βλαντ να τρομάξει. Ένας μεγάλος κο
ρμός είχε πέσει, εμποδίζοντας τα άλο
γα τους να προχωρήσουν.
"Δεν μπορεί",είπε από μέσα του ο ληστής
,τράβηξε το σπαθί του και πλησίασε τον
κομμένο κορμό.
     Οι άντρες του πανικόβλητοι τράβηξαν
τα σπαθιά τους και τον ακολούθησαν σχηματίζοντας, έτσι έναν κύκλο. Τα άλο
γα μπορούσαν να αισθανθούν τον φόβο, των αναβατών τους, καθώς τα χλιμιντρί
στά τους, έσπαγαν την σιγή που επικρα
τούσε.
     Ο Βλαντ κοίταξε τριγύρω του, για να δει εάν κάποιος τους παρακολουθούσε.
Αλλά δεν έβλεπε τίποτα και κανένα. Ή
ταν σαν φαντάσματα να τους παρακολου
θούσαν.
     Ξαφνικά ένας ήχος, σαν κάτι να σπάει ακούστηκε από πίσω τους. Όλοι τους γύ
ρισαν να δουν ένα δέντρο να πέφτει πί
σω τους παγιδεύοντας τους σε ένα στε
νό χώρο.
     Έπειτα πίσω από τα πυκνά δέντρα ακούστηκε μια κραυγή:
"Επίθεση", είπε με δύναμη η άγνωστη φωνή, καθώς δεκάδες χωρικοί εμφανί στηκαν μέσα από το δάσος.
     Ο Βλαντ ήξερε πως ήταν περικυκλω
μένοι από παντού. Διέταξε τους άντρες
του να επιτεθούν προς όλες τις κατευθύ
νσεις, ενώ ο ίδιος επιτέθηκε σε έναν κο
ντινο χωρικό.



Κεφάλαιο 9ο


     Η μάχη ήταν δύσκολη. Οι χωρικοί μπο
ρεί να είχαν καταφέρει να παγιδέψουν τους ληστές, κάνοντας τους ευάλωτους
πάνω στα άλογα τους, αλλά οι ιππείς μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους.
     Πάνω στα άλογα τους οι ληστές, κάρ
φωναν και έκοβαν με τα σπαθιά τους, ε
νώ οι χωρικοί χτυπούσαν και απέκρουαν τα χτυπήματα.Ο επικεφαλής τους, αφού εξόντωσε δύο χωρικούς που είχαν τολ
μήσει να του επιτεθούν, το βλέμμα  του   επέσε πάνω σε κάποιον, που γνώριζε κα
λά.
    Πάρα τα κλαδιά, τα οποία έκρυβαν σχε
δόν όλο το πρόσωπό του, μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν. Τον άκουγε να δί
νει διαταγές στους χωρικούς, καθώς πο
λεμούσε με έναν ληστή.
     Αμέσως, κατάλαβε ποιος ευθυνόταν για όλα αυτά. Ήξερε ότι οι χωρικοί δεν θα είχαν το μυαλό, για να στήσουν την ε
νέδρα, αλλά αυτός ο άντρας...,τον έβλε
πε, καθώς κατατρόπωνε τον έναν ληστή
μετά τον άλλον. Διάφορες σκέψεις πέρα
σαν απ' το μυαλό του, σχετικά με τον ξέ
νο. Ποιός ήταν; Τί έκανε εδώ;,η τρέλα τον κυρίεψε, το σώμα του το ένιωθε αδύ
ναμο, την ψυχή του την ένιωθε χαμένη.
     Παρέμεινε ακίνητος στο πεδίο της μάχης, παρακολουθώντας την μάχη να εξελίσσεται προς το χειρότερο για τους
στρατιώτες του.
     Οι ληστές είχαν καταφέρει να απωθή
σουν τους εξαγριωμένους χωρικούς για
αρκετή ώρα. Μάλιστα, κάποιοι ληστές κατέβηκαν από τα άλογα τους, για να μπορέσουν να πολεμήσουν ευκολότερα.
Σύντομα και αυτοί συντρίφτηκαν και οι περικυκλωμένοι ιππείς διαμόρφωσαν έ
ναν στενό κύκλο, για να δώσουν την τε
λευταία τους αντίσταση.
     Οι χωρικοί περικύκλωσαν τους εναπο
μείναντες ληστές, υψώνοντας τα όπλα τους. Οι ληστές ήταν φοβισμένοι περισ
σότερο από ποτέ.
-Υποχώρηση! Φώναξε ο επικεφαλής τους, ο οποίος είχε συνέλθει.
     Οι ιππείς σπιρούνισαν τα άλογα τους και με ένα σάλτο, έσπασαν τις γραμμές των χωρικών, ποδοπατώντας τους, χωρίς όμως να σκοτώσουν κανέναν. Τα άλογα τους χάθηκαν στο δάσος, ενώ ό
σοι έτρεξαν να ξεφύγουν πεζοί, κυνηγή
θηκαν.
     Ο Βλαντ είχε παραμείνει ακίνητος, κοι
τάζωντας επίμονα τον Λοκ. Τον είχε ξε
γελάσει για δεύτερη φορά, πως θα γυρ
νούσε με άδεια χέρια στον αρχηγό του. Έ
πρεπε να πάρει εκδίκηση, δεν μπορούσε να τον αφήσει να ζήσει, μετά από αυτά που του έκανε.
     Αγνόησε τις διαταγές του αρχηγού του, σπιρούνισε το άλογο του και όρμη
σε κατά πάνω του. Το άλογο του έριξε κάτω δύο χωρικούς, που προσπάθησαν να τον σταματησούν και κατευθύνθηκε προς τον Λοκ.
     Ο Λιποτάκτης τον είδε την τελευταία στιγμή και εσκύψε λίγα εκατοστά κάτω από το σπαθί του. Το σπαθί του ληστή έ
σκισε τον αέρα, αστοχώντας τον Λοκ.
     Ο Βλαντ χάνοντας τον έλεγχο, εξαιτί
ας της μεγάλης ταχύτητας, οδήγησε το άλογο του πάνω σε ένα δέντρο. Το κεφά
λι του αλόγου έσκασε πάνω στον κορμό, σπάζοντας. Το ζώο έπεσε κάτω νεκρό και ο αναβάτης του γλίστρησε από τη σέ
λα.
     Ο ληστής είχε πέσει στις λάσπες για δεύτερη φορά. Ο Λοκ στάθηκε από πάνω του.
-Πώς; ρώτησε ο ληστής.
     Ο Λοκ δεν μίλησε, απλώς έσκυψε και με το χέρι του μάζεψε λίγη από τη λάσ
πη. Ύστερα την έφερε μπροστά από το α
πογοητεύμενο πρόσωπο του Βλαντ και την άφησε να κυλήσει από την παλάμη του, μπροστά από τα μάτια του.
-Στο είπα, μόνο τη λάσπη θα πάρει ο αρ
χηγός σου!
-Θα πληρώσεις... φώναξε ο ληστής, μα δεν πρόλαβε, καθώς ο Λοκ τον κλώτση
σε στο πρόσωπο. Ο Βλαντ λιποθύμησε πάνω από στον κορμό του διπλανού δέ
ντρου.
     Έπειτα ο Λοκ γύρισε στους δικούς του. Από τους τριάντα χωριού, που εί
χαν αποφασίσει να τον ακολουθήσουν στη μάχη, οι είκοσι ένα είχαν επιβιώσει.
Όμως, υπήρχαν και τραυματίες. Πολλοί
είχαν σπάσει το χέρι ή το πόδι τους, ενώ άλλοι είχαν επικίνδυνες λαβωματιές σε όλο τους το σώμα.
-Νικήσαμε! Φώναξε ο Λοκ στους δικούς του.
-Νικήσαμε! Επανέλαβαν και αυτοί.
-Σήμερα τους δείξατε ότι δεν είστε ασή
μαντοι. Τους δείξατε τη δύναμή σας! Πο
λέμησατε γενναία, όμως, κάθε μάχη έχει και τις απώλειες της. Θα μεταφέρετε τους δικούς σας στο Κλέιγουντ, όπου και θα τους θάψετε.
-Οι ληστές; ρώτησε ένας από τους χωρι
κούς.
     Ο Λοκ γύρισε και κοίταξε τα πτώματα των ληστών.
-Αφήστε τους δικούς τους, να έρθουν να τους πάρουν. Όλοι πίσω στο χωριό!
     Οι χωρικοί πήραν τους δικούς τους και πήραν το μονοπάτι για το χωριό.
-Τι θα γίνει με αυτόν; ρώτησε ο Χένρυ, δείχνοντας τον επικεφαλή των ληστών.
-Παρ' τον μαζί σου! Ώρα να μάθουμε πε
ρισσοτερα για τους δικούς του.
     Ο Χένρυ τον πήρε στην πλάτη του και μαζί με τον Λοκ γύρισαν στο Κλέιγουντ.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Το Μονοπάτι Ενός Ιππότη “Ο Λιποτάκτης”


                

                                                                      Κεφάλαιο 1o
      Ο Λοκ αποφάσισε να περάσει το ποτάμι.Το κοίταξε, καθώς διέσχιζε το δάσος και κατέληγε στους μακρινούς βάλτους.
       Στηριγμένος σε ένα μακρύ κλαδι, έβαλε τα πόδια του στο κρύο νερό.Τα πόδια του βυθίστηκαν στο μαλακό χώμα του ποταμού, δυσκολεύοντας τον να σταθεροποιηθεί. Εμπιστεύτηκε το κλαδί και ήλπιζε να αντέξει το βάρος του.
        Τελικά κατάφερε να περάσει τα παρορμητικά νερά του ποταμού, φτάνοντας στην απέναντι όχθη. Αφού κάθισε σε ένα βράχο, έβγαλε τον βρεγμένο μανδύα του και τον έβαλε στον σκισμένο σάκο του.
        Με τη βοήθεια του κλαδιού πέρασε ανάμεσα από τα πυκνά καλάμια που είχαν φυτρώσει στην όχθη.
         Τώρα μπροστά του απλωνόταν ένα μικρό μονοπάτι,το οποίο και ακολούθησε. Δεν τον ενδιέφερε που οδηγούσε, αλλά βιαζόταν να αφήσει πίσω του τις Βαλτώδεις Περιοχές.
        Είχε ακούσει ιστορίες για σκοτεινά πλάσματα που κατοικούσαν στους βάλτους. Βέβαια, ήταν μόνο ιστορίες, αλλά δεν ήθελε να το διακινδυνέψει. Άλλωστε,έπρεπε να ξεφύγει από τους  άντρες του άρχοντα Χέιμουρ.
         Είχαν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες από τότε που λιποτάκτησε από το στρατό την ώρα της μάχης,στο Στυρμ Ροκ.Ο στρατός του είχε εντολές να αποκρούσει τον εχθρό,με κάθε κόστος.
         Όμως,σύντομα περικυκλώθηκαν και πολλοί, (όπως και αυτός),στράφηκαν στο κοντινό δάσος, για να σώσουν τις ζωές τους. Μετά από κάποιες μέρες έμαθε, πως ο στρατός υπό τις εντολές του
άρχοντα Χέιμουρ, με κάποιο περίεργο τρόπο κατάφερε να νικήσει.
         Ιππότες του άρχοντα στάλθηκαν σε κάθε γωνιά του Βασιλείου για να συλλάβουν όποιο άντρα φορούσε το έμβλημά του. Ο Λοκ δεν ήταν τόσο χαζός, ώστε να κρατήσει την πανοπλια του. Την ξεφορτώθηκε τη στιγμή που εγκατελειψε τη μάχη.Το μόνο που κράτησε ήταν τα λιγοστά νομίσματα του και το παλιό του σπαθί.
       Όμως, παρ' όλα αυτά φοβήθηκε μην τον αναγνωρίσει κάποιος από τους ιππότες που τον κυνηγούσαν, καθώς είχε υπηρετησει αρκετούς από αυτούς ως ιπποκόμος. Είχε ακόμα υπηρετήσει έναν από τους πιο εμπιστους του Χέιμουρ,τον Σερ Γκίβελαντ,ο οποίος είχε διακριθεί πολλές φορές στη μάχη .Ένας φόβος τονκατέλαβε, καθώς σκέφτηκε τον ξακουστο ιπποτη.Ειχε ακούσει ιστορίες για αυτον τον περιφημο καβαλαρη,ο οποίος δεν είχε πέσει ποτέ από το άλογο του σε κανένα τουρνουά.Τον είχε δει και ο ίδιοςο άνθρωπος αυτός ήταν τεράστιος,κανενας άντρας ή ζώο δεν τον έφτανε σε ύψος .Καθως περπατουσε αναρωτιοταν τι θα του συνέβαινε εάν έπεφτε στα χέρια του.
          Αφήνοντας πίσω του τούς βαλτουςπροχώρησε βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου η βλάστηση ήταν πυκνότερη και οκίνδυνος ήταν μεγαλύτερος .Πολλοί ειχαν χασει τη ζωή τους στα δάση από λη
στες που παραμονευαν. Δεν ήθελε να γινει ένας από αυτούς, έτσι επιταχύνε το βήμα του.
                                                               Κεφάλαιο 2o
           Τα κλαδιά των δέντρων του παρείχαν σκιά, καθώς ο πρωινός ήλιος έκαιγε απίστευτα πολύ.Το μικρό μονοπάτι που ακολουθούσε τον οδηγούσε όλο και πιο βαθιά στο δάσος, όμως δεν έχανε τις ελ
πίδα του.
         Σύντομα ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων είδε καπνό να κυλάει στον γαλάζιο ουρανό. Αμέσως, άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα, προκειμένου να βρει τον κάτοχο της φωτιάς.
           Σχεδόν άρχισε να τρέχει, καθώς έβλεπε, πως πλησίαζε όλο και πιο πολύ.Η χαρά του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν συνηδητοποίησε ότι η φωτιά προερχόταν από κάποιο χωριό, καθώς η δια    δρομή οδηγούσε έξω από το δάσος.
          Τα πόδια του τον πονούσαν από τα ατελείωτα ταξίδια που έκανε, προκειμένου να ξεφύγει.Παρ' όλα αυτά συνέχιζε να προχωράει γοργά, μέχρι που έφτασε στο τέλος του δάσους.
          Το πρώτο που είδε ήταν φωτιά και έπειτα κραυγές πόνου.Ο καπνός προερχόταν από καμμένα σπίτια .Γύρω από αυτα έτρεχαν πανικοβλητοι οι κάτοικοι του χωριού, προσπαθώντας να σβησουν
τις φλόγες, που τύλιγαν τα σπίτια τους.
           Οι άντρες έτρεχαν στο ποτάμι κρατώντας στο χέρι ξύλινους κουβάδες, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν τους τραυματίες και απομάκρυναν τα παιδιά από τις φλόγες.
           Ο Λοκ άφησε τα πράγματα του στα κλαδιά ενός δέντρου και έτρεξε αμέσως
να βοηθήσει τους χωρικούς .Έτρεξε προς το ποτάμι βοηθώντας στην μεταφορά νερού. Οι κουβάδες γέμιζαν και άδειαζαν, αλλά η φωτιά δεν έσβηνε με τίποτα .Μετά από αρκετές ώρες πάλης με τις φλόγες ,η φωτιά άρχισε σιγά, σιγά να σβήνει και αποκαλύφτηκαν τα απομεινάρια των σπιτιών.
              Λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν καταφέρει να γλιτώσουν από τις φλόγες .Οι χωρικοί έδειχναν  εξαντλημένοι και απογοητευμένοι .Μπορεί να είχαν καταφέρει να σβήσουν τη φωτιά ,αλλά οι σοδει
ές τους είχαν καταστραφεί και οι κατοικίες τους είχαν καεί συθεμελα.
           Ο Λοκ πλησίασε έναν από τους χωρικους που βρισκόταν δίπλα του.
-Τι συνέβη, εδώ πέρα;ρώτησε σκουπιζο
νέας λίγο απ' τον ιδρώτα του.
-Ο Σβεν και οι άνδρες του!Αυτό συνέβη!Μας ταλαιπωρουν μήνες τώρα,όλο και
κάποια ζημιά θα κάνουν, καθώς περνανε
οι μέρες. Πρώτα οι αγελάδες μας, επει
τα τα χωράφια μας και τώρα....τα σπίτια μας!Ο χωρικος σχεδόν λιποθυμησε και
κάποιοι φίλοι του ήρθαν, για να τον συνε
φέρουν.
              Ο Λοκ πήγε να βοηθήσει τους τραυματίες, οι οποίοι βρίσκονταν συγκε
ντρωμενοι σε ένα από τα σπίτια που επι
βιωσαν από τη φωτιά.Το σπίτι βρισκο
ταν στην άκρη του χωριού, μακριά από
τους καπνους και τη ζέστη.
               Μέσα στο σπίτι βρίσκονταν αρκε
τοι τραυματίες, οι περισσότεροι από αυ
τους ήταν ηλικιωμένοι και ελάχιστα παι
δια.Ολοι τους ήταν ξαπλωμενοι σε προ
χειρα κρεβάτια, φτιαγμένα από δερματα
ζώων.Καποιες γυναίκες πηγαινοερχο
νταν,φροντιζοντας τους τραυματισμε
νους.Αλλοι είχαν σπασμένα δάχτυλα ή χέρια,άλλοι υπεφεραν από σοβαρά εγκαύματα,ενώ κάποιοι κειτονταν αναι
σθητοι στο έδαφος.
              Πλησίασε μια γυναίκα που φροντι
ζε ένα μικρό παιδί με ένα εγκαυμα στο κεφάλι.
-Πως μπορώ να βοηθήσω;
-Βοήθησε με, με τους επιδεσμους,ειπε και του έδειξε το αγόρι.
            Ο Λοκ έπιασε προσεκτικά το κεφα
λι του αγοριού και πίεσε με τον αντιχει
ρα του, την άκρη του επιδεσμου.Επειτα
τυλιξε απαλά τον βρεγμένο επιδεσμο, γυ
ρω από το κεφάλι του παιδιού και τον ε
δεσε.Το αγόρι για μια στιγμή του χαμογε
λασε, αλλά το χαμόγελο του χάθηκε, κα
θως πίεσε το τραύμα του.
-Φαίνεται πως ξέρεις να χειρίζεσαι τους
τραυματίες, του είπε η γυναίκα.
-Είχα τραυματιστει πολλές φορές στο παρελθόν και έχω αρκετή εμπειρία με
τους τραυματισμους.
-Τη δουλειά έχεις στο Κλέιγουντ;
-Είμαι ένας απλός ταξιδιώτης, που απλά έτυχε να περνάει από εδώ.Ειδα τους καπ
νους από το δάσος και έτρεξα για να βοη
θήσω.
-Εάν ταξιδευεις, όπως λες, τότε που είναι τα πράγματα σου;
-Τα άφησα σε ένα από τα δέντρα έξω απο
το χωριό.Και μπορώ να τα πάρω αυτή τη
στιγμή και να σας αφήσω στην ησυχία σας!Είπε και κίνησε για την πόρτα.
-Όχι, μην φεύγεις!Συγνώμη,..., απλά τις τελευταίες μέρες, αυτό που κάποτε απο
καλουσε το χωριό μας ευτυχία, έχει χαθεί.Συγνωμη που σε υποψιάστηκα. 
-Για ποιο λόγο;
-Οι άντρες του Σβεν περιπολούν αυτά τα
δάση και έχουν περάσει μήνες από τότε
που κάποιος επισκέφτηκε το χωριό μας!
-Εάν ήμουν ένας απ' αυτούς,σίγουρα θα η
μουν πιο βρώμικος.Δεν νομίζω οι άντ
ρες του Σβεν να έχουν τέτοιες ανέσεις.
            Η νεαρή κοπέλα γέλασε και για μια
στιγμή ξέχασε την φρίκη που έζησε το
χωριό της.
-Ξέχασα να σου συστηθω Λοκ Θράσερ,ει
πε και άπλωσε το χέρι του.
- Σύρι!Είπε και έσφιξαν τα χέρια.Λοιπον
Λοκ!Μιας και έχεις αυτές τις παλιές "εμ
πειριες", θα σε πείραζε να με βοηθησεις με τους υπόλοιπους τραυματίες.
-Δεν με πειράζει .Εξάλλου δεν έχω κάτι
καλύτερο να κάνω προς το παρόν!
             Και οι δύο γελασαν και αμέσως με
τα ξεκίνησαν να επιβλεπουν έναν προς ε
ναν τους τραυματίες.

                       Κεφάλαιο 3ο
              Ο Λοκ με τη βοήθεια της Σύρι είχε καταφέρει να φροντίσει όλους αυ
τους που τον ειχαν ανάγκη.Ολο το βράδυ εραβε και εδενε,πέρασε ατελείωτες ώρες πάνω από τα τραύματα των χωρικών.Μεχρι,που ολα τελείωσαν και ξαπλωσε να ξεκουραστει.
             Πάντοτε προτιμουσε να κοιμάται
έξω στη φύση κάτω από το φεγγάρι,εχο
ντας συντροφιά μόνο τις κουκουβαγιες.
Μακριά από τη φασαρία .Όμως,από τότε
που άκουσε για την ομάδα ληστων που περιπολουσε στο δάσος, είχε πάρει τα μέτρα του.
           Αποφάσισε να κοιμηθεί στο ίδιο δε
ντρο, όπου είχε αφήσει τα πράγματα του.Σκορπιζοντας λεπτά κλαδιά γύρω α
πο το δέντρο, ήταν σίγουρος πως θα κα
ταλαβαινε εύκολα αν κάποιος βρισκόταν
κοντά.Ηταν ένα κόλπο που είχε μά
θει στο στρατό,έτσι ώστε όταν βρι
σκοταν σε σκοπιά, να καταλάβαινε πότε τον πλησίαζε ο αντικαταστατης του.Με το σπαθί στο χέρι ξαπλωσε στον κορμό του δέντρου και αφού βεβαιωθηκε ότι δεν βρισκόταν κανείς κοντά,έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμηθηκε.
        Οι ώρες πέρασαν και ο ήλιος ξανα
ελαμψε πάνω από το Κλέιγουντ.Ενας πα
ραξενος ήχος τον ξύπνησε.Κρατωντας το σπαθί σφιχτά στο χέρι,γύρισε το κε
φαλι.Μακρια από το δέντρο είδε μια φιγούρα να κινείται κάτω από τις απαλές ακτίνες του ήλιου.Στα χέρια
τις φιγούρας βρισκόταν ένα περίεργο α
ντικειμενο, το οποίο δεν μπορούσε να κα
ταλαβει τι ακριβώς ήταν.
              Η φιγούρα πλησίασε προσεκτικά
το δέντρο έχοντας συντροφιά το ελαχι
στο φως του ήλιου.Ο Λοκ έκανε σκυ
φτος το γύρω του κορμού,προσεχοντας
μην πατήσει κάποιο από τα κλαδιά που έ
ριξε.Καθως η φιγούρα πλησίαζε όλο και
πιο πολύ,ο Λοκ διεκρινε ένα νεανικό προ
σωπο.Ξαφνικα σταμάτησε, καθώς πατη
σε ένα από τα κλαδιά που είχε ρίξει κα
τω.Ο νέος κοίταξε πρώτα το δεντρο
και έπειτα κοίταξε γύρω του,μήπως
τον παρακολουθουσε κάποιος.
-Ποιος είναι εκεί;ρώτησε φοβισμένος.
            Ο Λοκ στην αρχή δεν αποκάλυψε
τον εαυτό του,αλλά τελικά βγήκε μετά α
πο λίγα λεπτά.
             Προσεκτικά άφησε το δέντρο και
κατευθυνθηκε προς τον άγνωστο άντρα.
Ο άντρας σχεδόν πισωπατησε, καθώς ει
δε το σπαθί του Λοκ να αστραφτει στο λι
γοστο φως της ημέρας.
-Είσαι ο Λοκ;ρώτησε ο νεαρός,του οποι
ου το πρόσωπο δεν μπορούσε να δει κα
λα.
-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε δείχνοντας του
το σπαθί του.
-Ονομάζομαι Χένρυ!Μην ανησυχείς δεν είμαι ένας από αυτούς.Ο Σβεν έχει δεκα
δες άντρες να περιπολουν στο δάσος νυ
χτα,μέρα.Εαν ήμουν ένας από αυτούς δεν
θα το καταλαβαινες καν, καθώς θα η
σουν ήδη νεκρός.Για να σου πω την αλη
θεία στην αρχή σε πέρασα για έναν από αυτούς...με αυτά τα γένια,του είπε και έδειξε με τα χέρια του τα μακριά μαύρα
γεννια του Λοκ.
-Έχεις δίκιο!Θα μου έκανε καλό ένα ξύρι
σμα πού και πού. Αλλά δεν έχω τον χρο
νο για τέτοια , ειπε και θηκάρωσε το σπα
θι του.
-Τι έκανες μέσα στο δάσος;
-Ήρθα για να πάρω έναν υπνακο!
-Η Σύρι είχε δίκιο... είσαι περίεργος τυ
πος.
-Εκείνη σε έστειλε;
-Ναι!Μαζί με λίγες κουβέρτες,ρούχα και
φρεσκοζυμωμένο ψωμί.Για να σε ευχαρι
στήσει που εσωσες το χωριό μας.
-Πώς ήξερε ότι ήμουν εδώ;
-Σε είδε λίγο πριν φύγεις, να κατευθυνε
σαι προς το δάσος.
             Ο νεαρός τον πλησίασε,το φως που τόση ώρα παγιδευοταν στα κλαδιά των δέντρων,φωτισε τον νεαρό άντρα.Ο Λοκ διεκρινε πως ο νεαρός άντρας ήταν
πολύ πιο νεαρός απ' ότι φαινόταν.Ηταν
ένα αγόρι μεγαλύτερο από δεκαεφτά χρονών.Όμως,ήταν πολύ πιο ψηλός απ' ο
τι ένα παιδί στην ηλικία του.
-Μα εσύ...!
-Το ξέρω,δείχνω μεγαλύτερος απ' ότι ει
μαι.Δεν υπάρχει ψηλοτερος στο χωριό α
πο εμένα.
-Πρέπει να το παραδεχτώ,είπε πλησιαζο
ντας το κεφάλι του στο δικό του,είσαι αρκετά ψηλός.
-Αυτά είναι για σένα!Είπε και άφησε κα
τω ένα μεγάλο καλάθι.
             Το καλάθι ήταν γεμάτο από τα λι
γοστα δώρα που μπορούσαν να του προ
σφερουν οι χωρικοι ως ανταμοιβή.Ο Λοκ εσκυψε πάνω από το καλάθι και άρχισε να το ψαχουλεύει.Απο τον πάτο του κα
λαθιου έβγαλε ένα κόκκινο μήλο και το ε
φερε κοντά στο στόμα του.Τα δόντια του εσκυσαν το κόκκινο περιτύλιγμα του
μηλου και αφού το μασησε το καταπιε.
-Είναι φρέσκο!του είπε ο Χένρυ.
-Ευχαρίστησε τη Σύρι και όλο το χωριό για εμένα.Μολις ο ήλιος φωτίσει αρκε
τα θα ταξιδεψω βόρεια.
-Δεν μπορείς να μας εγκαταλειψεις τω
ρα!Εξάλλου το δάσος γύρω από το χωριό είναι περικυκλωμενο από τον Σβεν.Μεχρι να ξαναλαμψει ο ήλιος θα είσαι ήδη νεκρός.
-Πρέπει να φύγω.Εχω ήδη αργήσει.
-Τι είναι αυτό που θέλεις τόσο να προλα
βεις;
-Δεν έχεις ιδέα, σε τι κίνδυνο βρίσκομαι!
Γύρνα σπίτι σου,μικρέ!
-Δεν έχω σπίτι, ούτε και οικογένεια για να γυρίσω.
-Τι συνέβη στην οικογένεια σου;
-Με παρατησαν σε αυτόν τον τόπο,όταν η
μουν ακόμη μωρό.Μεγαλωσα τον εαυτό μου μόνος μου.Χωρις να κλέψω ή να ζη
τιανεψω,μόνο δουλεύοντας.Εσύ,δεν ε
χεις ιδέα σε τι κινδύνους βρέθηκα!Ειπε
και κατευθυνθηκε προς την αντίθετη πλευρά.
-Μικρε,περίμενε!Είπε και έτρεξε πίσω του.Συγνωμη για αυτά που σου είπα,ει
μαι κουρασμένος.Ταξιδευω μέρες και ξε
κουραζομαι ώρες.
-Τότε μείνε στο χωριό!Η ζωή εδώ είναι ωραία,αν βέβαια εξαιρέσεις τον Σβεν.
-Λυπάμαι δεν μπορώ να μείνω.Το χωριό σας θα κινδυνεψει...
-Το χωριό μας βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο.
Έχουμε χάσει τα πάντα,πειναμε,διψαμε και όλα αυτά εξαιτίας τους,είπε και κοι
ταξε βαθιά,μέσα στο δάσος.
          Ο Λοκ για μια στιγμή κοίταξε τον η
λιο που ανετειλλε και έπειτα το Κλει
γουντ,οι καπνοι ακόμη ξεχωριζαν από τα καμμένα σπίτια.
-Εντάξει θα μείνω να σας βοηθήσω,να επισκευασετε τα σπίτια σας.Ομως,μετα θα αναγκαστω να φύγω!
          Ο Χενρυ εγνεψε καταφατικα και γύρισε να φύγει.
-Περίμενε,είπε ο Λοκ και του έδωσε το καλάθι με τα δώρα.
-Τί να το κάνω αυτό;
-Επέστρεψε το στο χωριό.Δεν θα αφήσω ένα ολόκληρο χωριό να λιμοκτονησει.
         Ο Χενρυ το έσφιξε καλά στα χέρια και έπειτα χάθηκε στο μονοπάτι που οδη
γουσε προς το Κλέιγουντ.
         Ενώ ο Λοκ μάζεψε τα πράγματα του και αφού βεβαιωθηκε πως έκανε το σωσ
το ακολούθησε και αυτός το μονοπάτι προς το χωριό,χαρούμενος που μπορου
σε επιτέλους μετά από πολύ καιρό να βοηθήσει κάποιον.
            
           
     
          
   
                        Κεφάλαιο 4ο  
         Δύο μέρες είχαν περάσει από τότε που οι ληστές είχαν επιτεθεί.Οι χωρικοι
ήταν αποφασισμενοι να επισκευάσουν τα
σπίτια τους.Ετσι άρχισαν οποιοδήποτε κοντινό στα δάση γύρω από το χωριό.
         Ο Λοκ βρισκόταν σε ένα από τα κεντρικά σπίτια του χωριού.Με τη βοη
θεια μιας σκάλας είχε καταφέρει να ανε
βει στην οροφή.Ειχε πάρει μαζί του αχυ
ρο για να σκεπασει την καμμένη σκεπή.
Στερεωσε κλαδιά στην οροφή,ως στηρι
γματα και έπειτα άρχισε να τοποθετεί προσεκτικά το αχυρο.Οι ξυλινοι τοίχοι του σπιτιού είχαν καεί και δεν ήταν απο
λυτα σίγουρος εάν η οροφή θα άντεχε το
βάρος του.
        Γι' αυτό προσπαθούσε να μείνει όσο
ακίνητος μπορούσε να είναι.Εδεσε σφι
χτα τα δεματια και τα εχωνε ανάμεσα α
πο τα κλαδιά.Εμεινε αρκετή ώρα στην ο
ροφη, μέχρι που τελείωσε την επισκευή.
        Κατέβηκε από την σκάλα προσεκτι
κά και από κάτω του αντικρισε τον Χεν
ρυ να επισκευαζει τους τοίχους του σπι
τιου.
-Πώς τα πήγες με την σκεπή;τον ρώτησε
,καθώς έβαζε μια νέα σανίδα στον λιωμε
νο τοίχο.
-Έτοιμη!Εσύ τί γίνεται με τους τοίχους;
-Χρειάζονται δουλειά ακόμη.Οι τοίχοι ε
χουν λιώσει και όλοι τους έχουν καεί α
πο τις φλόγες.
-Μηπως υπάρχει έλλειψη υλικών;
-Προς το παρόν οι αποθήκες μας είναι γε
ματες.Την κοίταξα εγώ ο ίδιος,έχουμε αρκετά καρφιά,ξύλα και εργαλεία για εβ
δομαδες.
-Ωραία!είπε ο Λοκ αφήνοντας τον Χενρυ να συνεχίσει τη δουλειά του.
           Περπατησε ανάμεσα από τα σπίτια του χωριού,για να δει πως πήγαινε η επι
σκευη των υπόλοιπων σπιτιών. Καθώς έφτασε στην ανατολική πλευρά του χω
ριου,είδε τους χωρικους  να εργάζονται με επιμονή και χαρά.
         Μπορούσε να δει τους ξυλοκόπους στην άκρη του δάσους να πελεκούν τα δέντρα που πίστευαν,πως θα τους παρεί
χαν το κατάλληλο ξύλο για την επισκευή
των σπιτιών τους.Οι χτίστες συνεργάζο
νταν μεταξύ τους,μεταφέροντας χέρι,με χέρι τις σανιδες και τα καρφιά.
         Ένας από τους ηλικιωμένους τρα
γουδουσε χαρωπά ένα παλιό τραγούδι.Ο
Λοκ θυμοταν αυτό το τραγούδι.Ειχε μα
θει τους στίχους,όταν ήταν ακόμη στο στρατό.Καποιοι από τους χτιστες τρα
γουδουσαν μαζί με το γέρο.
"Εμπρός παλικάρια, δουλεψτε σκληρά!

Τα σπίτια να τελειώσουμε πριν τη βρα

δια!

Εμπρός!Εμπρός!

Χτυπήστε,τρυπηστε,πελεκείστε!

Εμπρός!Εμπρός!

Νους!Σώμα!Στη δουλειά!

Χτυπήστε,χτυπήστε,τα καρφιά!... "

         Οι χτίστες σιγοτραγουδουσαν και χτύπαγαν με δύναμη τα καρφιά με τα σφυρια τους,όταν το τραγούδι έφτανε στον κατάλληλο στίχο.Ο Λοκ τους επε
βλεπε, καθώς εχτιζαν τις καλυβες τους.                 Οι χωρικοι εργαζονταν σκληρά εδώ και δύο μέρες.Ο μόνος λόγος που σταματούσαν ήταν για να φάνε ή να δρο
σίσουν το πρόσωπό τους με το λιγοστο νερό του ποταμού.
       Ο Λοκ στα παρακάτω σπίτια μπο
ρουσε να δει την Σύρι μαζi με άλλες γυ
ναίκες να προσφέρουν νερό και φαγητό στους άντρες που εργαζονταν σκληρά, για να επισκευασουν το χωριό.Πλησιασε τον Λαντ,έναν από τους άντρες που είχε
τοποθετήσει σε κάθε πλευρά του χωριού,ώστε να φυλάνε το δάσος.
-Είδατε τίποτα, μέχρι τώρα;ρώτησε κοι
τάζοντας βαθιά μέσα στο δάσος.
-Όλα είναι ήσυχα, προς το παρόν.Κανένας ληστής δεν βγήκε από το δάσος.Λες να ξαναγυρίσουν;
-Είναι πολύ πιθανό!Αλλά αυτή τη φορά θα είστε έτοιμοι.Μπορεί να μην έχετε τα κατάλληλα όπλα, για να πολεμήσετε, αλλά ελπίζω να είστε αρκετά γενναίοι, ώστε να υπερασπιστείτε το σπίτι σας, είπε ρίχνοντας λίγο νερό στο πρόσωπο του.
-Να 'σαι σίγουρος!Θα τους πολεμήσω ακόμα και με τα ίδια μου τα χέρια.Μου αρκεί να προστατέψω την οικογένεια μου.
-Ελπίζω να μην φτάσουμε εκεί!Θα τους α
ντιμετωπίσουμε, αλλά μέχρι ένα σημείο.  Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσει ο άρχοντας σας.
-Εννοείς τον Χέιμουρ;Αυτός έχει να ασχο
ληθεί μαζί μας, εδώ και χρόνια.Μόνο οι φοροεισπρακτορές του έρχονται,μια φορά κάθε δύο εβδομάδες,για να μαζέψουν τους φόρους..., το πρόσωπό του Λοκ χλόμιασε στην λέξη “Χέιμουρ”.
-Ο άρχοντας Χέιμουρ, ο Ντάιζεν Χέιμουρ, είναι ο τοπικός σας άρχοντας;ρώτησε τρομαγμένος.
-Ο άρχοντας των Βαλτότοπων, για την ακρίβεια!
-Από ποτέ οι Χέιμουρ κυριαρχούν στους Βαλτότοπους;Ρώτησε με μεγάλη περιέργεια.
-Το Βαλτόκαστρο,ανήκει στην οικογένεια Χέιμουρ εδώ και πέντε χρόνια...
-Μα οι Ντάρκγουντ,νόμιζα πως εξουσία
ζαν τους Βάλτους!Τον διέκοψε.
-Είναι μεγάλη ιστορία.Οι οικογένεια Ντάρκγουντ, έχασε την εξουσία της,πριν από πολύ καιρό, όταν συμμάχησαν με τους λάθους ανθρώπους.Αν θυμάμαι καλά,ο Όντυλ Ντάρκγουντ, ήταν εκείνος που είχε κάνει το λάθος να στραφεί, ενα
ντίον του βασιλιά Τόρκιελ.Αυτό του κό
στισε το Βαλτόκαστρο και την κυριαρχία της οικογένειας του στους Βάλτους.
-Τι απέγιναν οι Ντάρκγουντ;
-Πολλοί λένε, ότι ο Όντυλ, από τη στενο
χώρια του, αρματώθηκε με την πανοπλί
α του και αυτοκτόνησε, πηδώντας μέσα στους βάλτους .Όμως, το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ .Κάποιοι λένε, ότι η ψυχή του στοιχειώνει τα δάση γύρω από τους βάλτους, μέχρι το Βαλτόκαστρο να επιστρέψει στην οικογένεια του.
-Υπάρχουν κληρονόμοι;
-Ο μοναδικός γιος του, ο Όλιβερ, διωχτη
κε από τον ίδιο, όταν έχασε το κάστρο του.Θεώρησε ότι ο γιος του τον οδήγησε 
σε αυτή την καταστροφή.Ο νεαρός Ντάρκγουντ δεν ξαναφάνηκε ποτέ στο Μπρέντεν από τότε.
-Εγώ ήξερα,πως οι Χέιμουρ εξουσίαζαν το Αλμυρό Κάστρο, νότια της πρωτεύ
ουσας.
-Οι καιροί έχουν αλλάξει πολύ από τότε.
Και έχουν αλλάξει ακόμη περισσότερο α
πό τότε που διαλύθηκε ο στρατός του, πολεμώντας τους Βόρρειους Ανθρώ
πους, στο Στυρμ Ροκ.
-Ώστε, το έμαθες και εσύ;
-Εάν εννοείς την απόλυτη καταστροφή του στρατού του.Τότε ναι, την έμαθα.Ά
κουσα, επίσης, ότι με τη βοήθεια μαύρης
μαγείας, κατάφερε να κερδίσει.
-Μαύρη Μαγεία;Όλοι οι μάγοι έχουν εξα
φανιστεί από το Μπρέντεν.
-Όχι όλοι!Ο Κάρνταν ο Υψηλός, ο τελευ
ταίος από τους αρχαίους μάγους που κα
τοικούσαν στην ήπειρο του Ντρέθαν, απο
φάσισε να πάρει μέρος στη μάχη.Οι κε
ραυνοί του διέλυσαν τις γραμμές του εχ
θρού.
        "Ώστε μάγος, τον βοήθησε", σκέφτη
κε ο Λοκ.
-Αλλά εσύ πώς τα έμαθες όλα αυτά;Απ' ό σο έχω ακούσει, έχουν περάσει μήνες από τότε που κάποιος πέρασε από το χωριό.
-Επισκέπτες δεν έχουμε, αλλά τους φο
ροεισπράκτορες, δε μπορούμε να τους ξεφορτωθούμε.Αν τους κεράσεις αρκε
τό ποτό, μπορούν να σου πουν τα πάντα.
-Κρίμα, που με το ποτό, δε μπορείτε να μειώσετε τους φόρους, είπε ο Λοκ και γέλασαν και οι δύο.
-Οι φόροι τελευταία, έχουν ανέβει πολύ!
Ο ανόητος, ο Ντάιζεν, ζητά όλο και πιο πολλά.Μαλλον για να ανασυντάξει τον
στρατό του.
-Απ' ότι βλέπω, δε νομίζω να έχετε αρκε
τά, για να πληρώσετε τους φόρους.
-Πράγματι!Ο Σβεν μας έχει πάρει τα πά
ντα.
-Θα έρθει και η σειρά τους!είπε και έφυγε.