Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Κεφάλαιο 5ο   


     Ο Λοκ κατάφερε να φύγει μακριά από τη φασαρία των σφυριών που χτυπού
σαν ανελέητα τα καρφιά στο ξύλο.Κρύφ
τηκε κάτω από ένα δέντρο στην άκρη του χωριού προστατευμενος από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού.
      Η σκέψη ότι ο διώκτης του βρισκο
ταν τόσο κοντά, του δημιουργούσε φό
βο, αλλά και αγωνία.
"Οι Ιππότες του δεν θα σκέφτονταν, να ψάξουν εδώ.Οι Βάλτοι ανήκουν στον Χειμουρ,οπότε οι κυνηγοί του δε χρει
άζεται να ψάξουν στο ίδιο του το σπίτι",σκέφτηκε.
     Όμως, ο φόβος του ήταν μεγάλος.Χί
λιους δυο τρόπους, σκέφτηκε σχετικά
με το πως θα μπορούσαν να τον ανακα
λύψουν.
     Τελικά, όμως τα απέκλεισε όλα, αφού
κανένας δεν τον γνώριζε στην περιοχή.
"Πρέπει να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώ
πους, βασίζονται πάνω μου .Δεν πρέπει να τους εγκαταλείψω, δεν πρέπει να δειλιάσω τώρα!",σκέφτηκε.
     Μετά από αρκετή ώρα ξεκούρασης,κά
τω από το σκιερά κλαδιά, ένας δυνατός ήχος τον ξύπνησε . Άνοιξε τα  μάτια του και άκουσε μια καμπάνα να χτυπάει.
     Ήταν το σινιάλο που είχαν ορίσει οι χωρικοί, εάν επιστρέψουν οι ληστές. Αμέσως, ο Λοκ παράτησε το δέντρο και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Όλοι οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στην νότια
πλευρά του χωριού.
     Τρεις άντρες είχαν φτάσει από το δάσος, ιππεύοντας γεροδεμένα άλογα.
"Παράξενοι ληστές", σκέφτηκε.
      Οι τρεις καβαλάρηδες πλησίασαν αρκετά το χωριό και σταμάτησαν λίγα μέτρα έξω από τα καμμένα σπίτια του χωριού. Ξαφνικά σταμάτησαν να ιππεύ
ουν και ο μεγαλύτερος, σε ηλικία από τους τρεις, προχώρησε θαρρετά μερικά βήματα.
     Ο Λοκ γύρισε στον Χένρυ και του ψιθύ
ρισε, να του φέρει το σπαθί του. Το ψηλό αγόρι έφυγε από το πλήθος και απομα
κρύνθηκε, χωρίς να τον πάρουν είδηση.
     Ο ληστής πλησίασε όλο και πιο πολύ το εξοργισμένο πλήθος των χωρικών.
-Κάτοικοι του Κλέιγουντ!φώναξε.Ελπι
ζω να σκεφτήκατε την προσφορά μας.
Εάν θέλετε να δείτε το χωριό σας να ευη
μερεί, τότε πρέπει να μας δώσετε αυτά που σας ζητούμε. Αρνηθήκατε μια φορά και είδατε τι συνέβη!
-Και ποια ακριβώς είναι αυτή η συμφωνί
α; ρώτησε περπατώντας ανάμεσα από τους χωρικούς, προκειμένου να πλησιά
σει τον έφιππο ληστή.
-Η συμφωνία ορίζει, τα δύο τρίτα κάθε προϊόντος που υπάρχει σε αυτό το χω ριό να μας δοθούν μέσα σε δύο μέρες.Και η διορία σας έχει λήξει!
     Ένας από τους γηρεότερους χωρι
κούς έπεσε στα γόνατα και τον παρακά
λεσε να φύγει.
-Δεν έχουμε τίποτα! Σε παρακαλώ άφη
σέ μας ήσυχους.
     Δύο άλλοι ήρθαν στο πλευρό του.
-Μας τα πήρατε όλα! Του φώναξαν.
-Λυπάμαι, αλλά είναι διαταγή! Είπε ο λη
στής.
-Και ποιος δίνει αυτή τη διαταγή; ο Σβεν;
Πες στον δειλό αρχηγό σου, εάν θέλει τη συμφωνία, να έρθει ο ίδιος εδώ, και όχι να στέλνει τους άντρες του, είπε ο Λοκ πλησιάζοντας τους ληστές.
-Θα μπορούσα να σε ξεκοιλιάσω, σαν γου
ρούνι, εδώ και τώρα, άχρηστε βρωμοχω
ριάτη! Είπε και τράβηξε το σπαθί του.
-Φύλαξε τις δυνάμεις σου! Δεν θέλω να σε πολεμήσω!
-Εγώ, όμως, θέλω! Είπε ο ληστής και σπι
ρούνισε το άλογο του, καλπάζοντας προς τα πάνω του.
     Το άλογο του όρμησε πάνω στον Λοκ και σχεδόν θα τον πάταγε, εάν δεν έκανε αμέσως στην άκρη, κυλώντας στο χώμα.
-Λοκ, πιάσε! Φώναξε ο Χένρυ, πετώντας το σπαθί στον αέρα.
     Το σπαθί προσγειώθηκε λίγα μέτρα, μακριά από τον Λοκ . Όμως, λίγα μέτρα πιο πέρα ο ληστής είχε στρίψει το αλο
γό του και ετοιμαζόταν, για μια νέα επί
θεση.
     Ο Λοκ τράβηξε το σπαθί του από τη δερμάτινη θήκη και το ύψωσε πλάγια στον αέρα, μπλοκάρωντας το χτύπημα του ληστή.Οι δύο ληστές παρέμειναν στα άλογα τους άπραγοι, έχοντας όμως το χέρι τους δεμένο, γύρω από τη λαβή του σπαθιού τους.
     Η μάχη μεταξύ του έφιππου ληστή και του Λοκ συνεχίστηκε για αρκετή ώρα. Την ώρα της μάχης ο ληστής ορμούσε και ο Λοκ τον απόφευγε κυλώντας στο χώμα. Μέχρι που του δόθηκε η κατάλ
ληλη ευκαιρία.
     Σε μια στιγμή απροσεξίας, ο ληστής σπιρούνισε άσκοπα το άλογο του.Το άλο
γο χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πό
δια. Ο Λοκ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρί
α και επιτέθηκε στον ληστή.
     Ο ληστής μπορούσε ακόμη να χρήσιμο ποιήσει το σπαθί του, παρά τις δυσκολί
ες που του προκαλούσε το ατίθασο αλο
γό του.Ο Λοκ πλησίασε αρκετά κοντά και
αφού απέκρουσε δυο χτυπήματα του λη στή, με μία κίνηση της λεπίδας του, έκο
ψε το λουρί, που κρατούσε τη σέλα στα
θερή.
     Η σέλα γλίστρησε στην πλάτη του αλό
γου και ο αναβάτης του, έπεσε κάτω. Οι δύο ληστές, που τόση ώρα είχαν μείνει άπραγοι τράβηξαν τα σπαθιά τους, τα ο
ποία έλαμψαν στο φως του ήλιου, όρμη
σαν με τα άλογα τους προς τον Λοκ.
     Ο Χένρυ, ο οποίος ήρθε να βοηθήσει τον Λοκ, κρατώντας στο χέρι μια μακρυά
σανίδα, έριξε κάτω τον έναν από τους α
ναβάτες. Τον άλλο τον ανέλαβε ο Λοκ.Τα σπαθιά τους συγκρούστηκαν στον αέρα. Η σύγκρουση ήταν τόσο μεγάλη που και οι δύο έπεσαν κάτω.
       Ο ψηλός νέος έπιασε των επικεφα
ή των τριών ληστών απ' το ύφασμα τού
μανδύα του και τον σήκωσε στον αέρα. Ο
ληστής τρόμαξε στο υπερφυσικό ύψος του χωρικού και προσπάθησε να ξεφύ
γει,αλλά ο γίγαντας τον κράτησε σφιχτά.
     Ο Λοκ τον πλησίασε με ένα μακρύ χα
μόγελο, χαραγμένο στα χείλη του.
-Σας παρακαλώ, κύριε μου, έκανα λάθος,
το Κλέιγουντ θα μείνει ήσυχο. Δεν το εν
νοούσα..., σας παρακαλώ! Ικέτεψε για τη
ζωή του ο ληστής.
     Ο Λοκ πλησίασε το αυτί του ληστή.
-Θα αφήσω εσένα και τους άντρες σου να ζήσετε, για μόνο και ένα λόγο. Θέλω να μεταφέρεται ένα μήνυμα για εμένα. Πες στον Σβεν, ότι το μόνο που θα πάρει
από αυτό το χωριό είναι η λάσπη των Βά
λτων! Έγινα κατανοητός;
     Ο ληστής κούνησε το κεφάλι του κα
ταφατίκα, αφήνοντας δάκρυα να κυλή
σουν στο πρόσωπο του. Ο Λοκ έκανε νόη
μα στον Χένρυ να τον αφήσει. Ο μεγαλό
σωμος άντρας υπάκουσε και άφησε τον ληστή να φύγει.
     Οι τρεις ληστές ετοιμάστηκαν να ανέ
βουν στα άλογα τους, όταν ο Λοκ τους πρόσταξε να φύγουν με τα πόδια.
-Μα...! Έκανε ο επικεφαλής, αλλά μόλις είδε το θυμωμένο πρόσωπο του Λοκ το ξανασκέφτηκε. Έδωσε διαταγή στους άντρες να εγκαταλείψουν τα άλογα τους και να τον ακολουθήσουν στο δάσος.
     Οι μαυροντυμένοι άντρες ακολούθη
σαν τον αρχηγό τους και σύντομα και οι τρεις τους χάθηκαν στα δάση.
     Μόλις οι ληστές εξαφανίστηκαν, όλοι οι χωρικοί ήρθαν να συγχαρούν τον Λοκ που αποφάσισε να τους αντισταθεί.
"Ζήτω ο Λοκ, ζητώ ο Χένρυ!", ζητωκραύ
γασαν οι χωρικοί.
-Η ώρα της χαράς δεν έχει έρθει ακόμα. Οι ληστές θα ξαναγυρίσουν και αυτή τη φορά θα είναι περισσότεροι!Ειπε στο πλήθος.
-Τότε γιατί τους άφησες να φύγουν; Θα προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους, ρώτησε μπερδεμένος ο Χένρυ.
-Τους θέλω φοβισμένους,του απάντησε ο Λοκ, τώρα είναι η ώρα να χτυπήσουμε.
-Πώς; Δεν έχουμε όπλα, ούτε και την ικα
νότητα να τα χρησιμοποιήσουμε. Πώς πι
στεύεις ότι θα τους νικήσουμε; ρώτησε ένας από τους ηλικιωμένους.
-Θα τους κυνηγήσουμε, στο ίδιο τους το δάσος! Ποιος θέλει εκδίκηση; φώναξε στο πλήθος ο Λοκ.
     Το πλήθος των χωρικών άρχισε να φωνάζει και να  πανηγυρίζει, που επιτέλους θα είχαν την ευκαιρία να πά
ρουν την εκδίκηση τους.


Κεφάλαιο 6ο


     Η ανάσα τού είχε σχεδόν κοπεί.Τα πόδια του τον πονούσαν, αναγκάστηκε να ξεφορτωθεί το βάρος του σπαθιού του, για να καταφέρει να γυρίσει έγκαιρα.
     Μετά από ώρες τρεξίματος, ο ληστής επιτέλους την είδε. Οι συνοδοί του τον α
κολουθούσαν, λίγα μέτρα πιο πίσω. Ο ληστής, σαν μανιακός, έτρεξε στο κέντ
ρο της και προσπαθούσε να βρει την σκη
νή του αρχηγού του.
-Σβεν! Σβεν! Φώναξε, καθώς έμπαινε στην σκηνή του.
-Τι συνέβη; Γιατί γυρίσατε με τα πόδια, πού είναι τα άλογα σας; ρώτησε ο Σβεν.
-Οι χωρικοί μας επιτέθηκαν! Δεν είμα
σταν προετοιμασμένοι...μας διέλυσαν!
-Ποιος σας επιτέθηκε; ρώτησε ο λήσταρ
χος.
-Ήταν ένας άντρας, ντυμένος σαν αυτούς
, αλλά δεν πρέπει να ήταν ένας από τους χωρικούς. Ήξερε να χειρίζεται το σπαθί σαν ιππότη. Αλλά δεν αντιστάθηκε μόνο αυτός,...,ένας άντρας, ψηλός σαν γίγα
νταν, μας διέλυσε.
-Τους άφησες να σε γελοιποίησουν! Ξέ
ρεις πόσο θα δυσκολέψει αυτό τα σχέδι
α μας; είπε ο Σβεν, χτυπώντας με δύναμη τη γροθιά του στο γραφείο του.
-Είναι κάτι ακόμα, κύριε! Ο ξένος μου ζή
τησε να σας μεταφέρω ένα μήνυμα.
-Ποιο είναι το μήνυμα;
-Μου είπε, ότι το μόνο που θα πάρεις, αρ
χηγέ, είναι η λάσπη των Βάλτων!
-Η λάσπη των Βάλτων, ε! Όντως, η λάσπη που θα πάρω από τον τάφο του, όταν θα τον σκοτώσω, με τα ίδια μου τα χέρια,....
, είπε ο Σβεν χαμογελώντας στον ληστή,
που τον κοιτούσε γεμάτος φόβο.
-Κύριε, θέλετε να στείλω γράμμα στον α
φέντη, να του πω τι συνέβη;
-Είσαι, ηλίθιος; Θα μας κρεμάσει όλους για την ηλιθιότητάμας, αν μάθει τι συνέ
βη στο Κλέιγουντ! Είπε και σχεδόν χύμη
ξε πάνω του, έτοιμος να τον πνίξει.
     Ο μαυροντυμένος ληστής έμεινε ήσυ
χος στην συνέχεια της συζήτησης, κου
νώντας το κεφάλι του καταφατικά, όπο
τε του απηύθυνε τον λόγο ο αρχηγός του.
-Πρέπει να δώσουμε σ' αυτούς τους χω
ρικούς ένα μάθημα, είπε τελικά ο λησ
τής.
-Το Κλέιγουντ, μας ταλαιπώρησε αρκετά!
Πρέπει να προχωρήσουμε! Πάρε είκοσι άντρες και πήγαινε στο χωριό. Όμως, αυ
τή τη φορά μην αφήσεις τίποτα όρθιο. Θέλω να δω αυτό το χωριό να καίγεται συθέμελα. Άδειασε τις αποθήκες τους, ότι τρόφιμα και χρυσό πάρεις θα τον φέ
ρεις πίσω! Και αν μπορείς, φέρε μου αυ
τόν τον ξένο ζωντανό.
-Θα σας τον φέρω ζωντανό!
-Το καλό που σου θέλω!
     Μόλις η συζήτηση τους τελείωσε, ο ληστής επέστρεψε στην σκηνή του, όπου και κοιμήθηκε.


Κεφάλαιο 7ο


     Ο Λοκ είχε συγκεντρωθεί μαζί με τους χωρικούς, που αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν, στο κέντρο του χωριού.
Οι χωρικοί μπορεί να ήταν εξοπλισμέ
νοι με δρεπάνια, τσουγκράνες και φτυά
ρια, αλλά έδειχναν πρόθυμοι να πολεμή
σουν.
-Πως προτείνεις να τους κυνηγήσουμε; ρώτησε ο μεγαλόσωμος Χένρυ.
-Θα τους στήσουμε ενένδρα! Αλλά πρώ
τα πρέπει να δούμε ποια είναι η καλύτε
ρη τοποθεσία. Ποιος ξέρει καλύτερα το δάσος;
-Εγώ, είπε ένας από τους χωρικούς, ξέ
ρω το δάσος καλύτερα από τον καθένα.
Ήμουν κυνηγός, παλιότερα. Ξέρω, που το δάσος κοντά στους Βάλτους, πυκνώ
νει και που αραιώνει.
-Ποιά τοποθεσία πιστεύεις ότι είναι η κα
λύτερη; είπε ο Λοκ και του έδειξε το χά
ρτη.
     Ο χωρικός του έδειξε τρεις τοποθεσί
ες, όλες προς τον νότο.
-Από πού πιστεύεις ότι θα έρθουν;
-Ήρθαν από εδώ, έδειξε την κεντρική το
ποθεσία. Προτείνω να χωριστούμε σε τρεις ομάδες, η καθεμία θα αναλάβει και από μία τοποθεσία...
-Δεν μπορούμε να χωριστούμε! Θα μας δι
αλύσουν! Είπε ο Λοκ απότομα.
-Θα μας διέλυαν, έτσι κι αλλιώς, αυτοί εί
ναι εξοπλισμένοι με άλογα και κοφτερά σπαθιά. Εμείς το μόνο που έχουμε είναι είναι λίγα δρεπάνια, είπε ένας από τους γηρεότερους χωρικούς.
-Θα τους πολεμήσουμε ακόμα και με πέ
τρες! Είπε ένας άλλος.
     Ο Λοκ κοίταξε το χάρτη προσεκτικά, καθώς οι χωρικοί γύρω του μάλωναν. Εί
δε τις τοποθεσίες, όλες ήταν κατάλλη
λες, για μια ενένδρα. Αλλά είχε δίκιο, δεν μπορούσαν να πολεμήσουν σε τρία διαφορετικά μέτωπα. Ξεπερνούσε τις δυνάμεις τους.
     Εάν ήθελαν να κερδίσουν θα έπρεπε να μείνουν ενωμένοι. Όμως, καθώς κοι
τούσε τις τοποθεσίες τού ήρθε μια ιδέα.
-Εάν κλείσω τους δύο από τους τρεις δρόμους, ποια πιστεύεις ότι είναι η καλύ
τερη; ρώτησε τον κυνηγό.
-Το σχέδιο, ίσως, δουλέψει, αλλά πρέπει να βιαστούμε. Ίσως οι ληστές να έχουν ή
δη ξεκινήσει.!
-Πού; ρώτησε ο Λοκ και του έδειξε τον χάρτη.
     Ο κυνηγός έδειξε την κεντρική δίοδο και έπειτα έσφιξε στο χέρι του ένα τσε
κούρι, χαμογελώντας στον Λοκ.
-Όλοι! Πάρτε από ένα τσεκούρι και τρέ
ξτε στην ανατολική και δυτική τοποθεσί
α.
     Όλοι οι χωρικοί πλησίασαν στον χάρ
τη, για να δουν τις διόδους. Έπειτα άρπα
ξαν από ένα τσεκούρι και έτρεξαν βαθιά,
μέσα στο δάσος.
     Το σχέδιο ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά ή
ταν η μόνη ελπίδα, για να αντιμετωπί
σουν τους ληστές.


Κεφάλαιο 8ο


     Αναγκάστηκαν να αλλάξουν διαδρομή δύο φορές. Τα άλογα τους είχαν κουρα
στεί, τρεις ώρες ταξίδευαν σαν χαμένοι,
στο δάσος.
     Ο επικεφαλής γύρισε να δει τους άν
τρες του. Όλοι τους έδειχναν κουρασμέ
νοι και φοβισμένοι. Τα άλογα τους έδει
χναν, ακόμη πιο ταλαιπωρημένα. Ο δρό
μος που είχαν πάρει, οδηγούσε στο Κλέ
ιγουντ, αλλά θα γινόντουσαν εύκολα αντι
ληπτοί από τους χωρικούς εάν πλησία
ζαν αρκετά κοντά.
     Γι' αυτό ήθελε να επιτεθεί από τις πλευρικές διόδους. Όμως, και οι δύο ή
ταν μπλοκαρισμένες. Μεγάλοι κορμοί δέ
ντρων εμπόδιζαν τις δύο πλευρικές διό
δους. Η βλάστηση ήταν πολύ πυκνή για να κάνουν τους παρακάμψουν.
     Είχε τις υποψίες του. Αυτός και οι ά
ντρες του είχαν περάσει πολλές φορές από αυτούς τους δρόμους, για να πάνε στο Κλέιγουντ, αλλά και σε άλλα χωριά.
Ήταν βέβαιος ότι κάποιος είχε κόψει αυ
τά τα δέντρα. Και μάλιστα πρόσφατα, σαν να ήξεραν ότι θα έρχονταν.
     Ήλπιζε μονάχα το κεντρικό πέρασμα να είναι προσβάσιμο. Οι άντρες ήταν πο
λύ κουρασμένος, για να πολεμήσουν. Το Κλέιγουντ απήχε από την κατασκήνωσή τους στο δάσος μία ώρα, εάν ζόριζαν τα
άλογα τους,τώρα είχαν καθυστερήσει, πάρα πολύ.
     Ένας από τους άντρες του τον πλησία
σε με το άλογό του.
-Πόση ώρα απέχουμε από το Κλέιγουντ;
-Πιστεύω ότι σε μερικά λεπτά θα είμα
στε εκεί!
-Το ίδιο νόμιζες και πριν από δύο ώρες! Αν γνώριζα ότι θα μας έπαιρνε τόση ώρα
, δεν θα δεχόμουνα να σε ακολουθήσω! Είπε και σπιρούνισε το άλογο του, ζορί
ζοντάς το να προχωρήσει.  
-Κάποιος θέλει να μας καθυστερήσει.
-Πιστεύεις, ότι οι χωρικοί ευθύνονται για αυτό;
-Είναι πολύ πιθανό! Είπε και γύρισε στους άντρες του. Πλησιάζουμε στο Κλέ
ιγουντ, τα μάτια σας δεκατέσσερα!
     Οι ληστές έσφιξαν τις ζώνες τους και
ίππευσαν τα άλογα τους με χαμηλότερη ταχύτητα. Μέσα από τα πυκνά κλαδιά μπορούσαν να δουν τους καπνούς που προέρχονταν από το χωριό.
     Η μυρωδιά της τσίκνας εισχώρησε στις μύτες τους. Τα στομάχια ολονών άρ
χιζαν να γουργουρίζουν και μερικά άλο
γα άρχισαν να χλιμιντρίζουν, καθώς μύρι
σαν κοντινό φαγητό.
-Βλαντ! Τα άλογα πεινάνε, το ίδιο και ε
μείς! Είπε ένας από τους ιππείς στον επι
κεφαλή του.
-Θα φάμε μετά το πλιάτσικο! Προχωρή
στε, αλλιώς δεν θα φάτε για τρεις μέρες
, είπε στους άντρες του.
     Οι πεινασμένοι ληστές υπάκουσαν τον
επικεφαλή τους και τον ακολούθησαν, χωρίς παράπονα.
     Πέρασαν λίγα λεπτά, αφότου ο Βλαντ και οι άντρες του είχαν αρχίσει να αφή
νουν πίσω τους το δάσος. Η πυκνή βλά
στηση άρχισε σταδιάκα, να αραιώνει.
     Λίγο πιο πέρα φάνηκε κάτι που έκανε τον Βλαντ να τρομάξει. Ένας μεγάλος κο
ρμός είχε πέσει, εμποδίζοντας τα άλο
γα τους να προχωρήσουν.
"Δεν μπορεί",είπε από μέσα του ο ληστής
,τράβηξε το σπαθί του και πλησίασε τον
κομμένο κορμό.
     Οι άντρες του πανικόβλητοι τράβηξαν
τα σπαθιά τους και τον ακολούθησαν σχηματίζοντας, έτσι έναν κύκλο. Τα άλο
γα μπορούσαν να αισθανθούν τον φόβο, των αναβατών τους, καθώς τα χλιμιντρί
στά τους, έσπαγαν την σιγή που επικρα
τούσε.
     Ο Βλαντ κοίταξε τριγύρω του, για να δει εάν κάποιος τους παρακολουθούσε.
Αλλά δεν έβλεπε τίποτα και κανένα. Ή
ταν σαν φαντάσματα να τους παρακολου
θούσαν.
     Ξαφνικά ένας ήχος, σαν κάτι να σπάει ακούστηκε από πίσω τους. Όλοι τους γύ
ρισαν να δουν ένα δέντρο να πέφτει πί
σω τους παγιδεύοντας τους σε ένα στε
νό χώρο.
     Έπειτα πίσω από τα πυκνά δέντρα ακούστηκε μια κραυγή:
"Επίθεση", είπε με δύναμη η άγνωστη φωνή, καθώς δεκάδες χωρικοί εμφανί στηκαν μέσα από το δάσος.
     Ο Βλαντ ήξερε πως ήταν περικυκλω
μένοι από παντού. Διέταξε τους άντρες
του να επιτεθούν προς όλες τις κατευθύ
νσεις, ενώ ο ίδιος επιτέθηκε σε έναν κο
ντινο χωρικό.



Κεφάλαιο 9ο


     Η μάχη ήταν δύσκολη. Οι χωρικοί μπο
ρεί να είχαν καταφέρει να παγιδέψουν τους ληστές, κάνοντας τους ευάλωτους
πάνω στα άλογα τους, αλλά οι ιππείς μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους.
     Πάνω στα άλογα τους οι ληστές, κάρ
φωναν και έκοβαν με τα σπαθιά τους, ε
νώ οι χωρικοί χτυπούσαν και απέκρουαν τα χτυπήματα.Ο επικεφαλής τους, αφού εξόντωσε δύο χωρικούς που είχαν τολ
μήσει να του επιτεθούν, το βλέμμα  του   επέσε πάνω σε κάποιον, που γνώριζε κα
λά.
    Πάρα τα κλαδιά, τα οποία έκρυβαν σχε
δόν όλο το πρόσωπό του, μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν. Τον άκουγε να δί
νει διαταγές στους χωρικούς, καθώς πο
λεμούσε με έναν ληστή.
     Αμέσως, κατάλαβε ποιος ευθυνόταν για όλα αυτά. Ήξερε ότι οι χωρικοί δεν θα είχαν το μυαλό, για να στήσουν την ε
νέδρα, αλλά αυτός ο άντρας...,τον έβλε
πε, καθώς κατατρόπωνε τον έναν ληστή
μετά τον άλλον. Διάφορες σκέψεις πέρα
σαν απ' το μυαλό του, σχετικά με τον ξέ
νο. Ποιός ήταν; Τί έκανε εδώ;,η τρέλα τον κυρίεψε, το σώμα του το ένιωθε αδύ
ναμο, την ψυχή του την ένιωθε χαμένη.
     Παρέμεινε ακίνητος στο πεδίο της μάχης, παρακολουθώντας την μάχη να εξελίσσεται προς το χειρότερο για τους
στρατιώτες του.
     Οι ληστές είχαν καταφέρει να απωθή
σουν τους εξαγριωμένους χωρικούς για
αρκετή ώρα. Μάλιστα, κάποιοι ληστές κατέβηκαν από τα άλογα τους, για να μπορέσουν να πολεμήσουν ευκολότερα.
Σύντομα και αυτοί συντρίφτηκαν και οι περικυκλωμένοι ιππείς διαμόρφωσαν έ
ναν στενό κύκλο, για να δώσουν την τε
λευταία τους αντίσταση.
     Οι χωρικοί περικύκλωσαν τους εναπο
μείναντες ληστές, υψώνοντας τα όπλα τους. Οι ληστές ήταν φοβισμένοι περισ
σότερο από ποτέ.
-Υποχώρηση! Φώναξε ο επικεφαλής τους, ο οποίος είχε συνέλθει.
     Οι ιππείς σπιρούνισαν τα άλογα τους και με ένα σάλτο, έσπασαν τις γραμμές των χωρικών, ποδοπατώντας τους, χωρίς όμως να σκοτώσουν κανέναν. Τα άλογα τους χάθηκαν στο δάσος, ενώ ό
σοι έτρεξαν να ξεφύγουν πεζοί, κυνηγή
θηκαν.
     Ο Βλαντ είχε παραμείνει ακίνητος, κοι
τάζωντας επίμονα τον Λοκ. Τον είχε ξε
γελάσει για δεύτερη φορά, πως θα γυρ
νούσε με άδεια χέρια στον αρχηγό του. Έ
πρεπε να πάρει εκδίκηση, δεν μπορούσε να τον αφήσει να ζήσει, μετά από αυτά που του έκανε.
     Αγνόησε τις διαταγές του αρχηγού του, σπιρούνισε το άλογο του και όρμη
σε κατά πάνω του. Το άλογο του έριξε κάτω δύο χωρικούς, που προσπάθησαν να τον σταματησούν και κατευθύνθηκε προς τον Λοκ.
     Ο Λιποτάκτης τον είδε την τελευταία στιγμή και εσκύψε λίγα εκατοστά κάτω από το σπαθί του. Το σπαθί του ληστή έ
σκισε τον αέρα, αστοχώντας τον Λοκ.
     Ο Βλαντ χάνοντας τον έλεγχο, εξαιτί
ας της μεγάλης ταχύτητας, οδήγησε το άλογο του πάνω σε ένα δέντρο. Το κεφά
λι του αλόγου έσκασε πάνω στον κορμό, σπάζοντας. Το ζώο έπεσε κάτω νεκρό και ο αναβάτης του γλίστρησε από τη σέ
λα.
     Ο ληστής είχε πέσει στις λάσπες για δεύτερη φορά. Ο Λοκ στάθηκε από πάνω του.
-Πώς; ρώτησε ο ληστής.
     Ο Λοκ δεν μίλησε, απλώς έσκυψε και με το χέρι του μάζεψε λίγη από τη λάσ
πη. Ύστερα την έφερε μπροστά από το α
πογοητεύμενο πρόσωπο του Βλαντ και την άφησε να κυλήσει από την παλάμη του, μπροστά από τα μάτια του.
-Στο είπα, μόνο τη λάσπη θα πάρει ο αρ
χηγός σου!
-Θα πληρώσεις... φώναξε ο ληστής, μα δεν πρόλαβε, καθώς ο Λοκ τον κλώτση
σε στο πρόσωπο. Ο Βλαντ λιποθύμησε πάνω από στον κορμό του διπλανού δέ
ντρου.
     Έπειτα ο Λοκ γύρισε στους δικούς του. Από τους τριάντα χωριού, που εί
χαν αποφασίσει να τον ακολουθήσουν στη μάχη, οι είκοσι ένα είχαν επιβιώσει.
Όμως, υπήρχαν και τραυματίες. Πολλοί
είχαν σπάσει το χέρι ή το πόδι τους, ενώ άλλοι είχαν επικίνδυνες λαβωματιές σε όλο τους το σώμα.
-Νικήσαμε! Φώναξε ο Λοκ στους δικούς του.
-Νικήσαμε! Επανέλαβαν και αυτοί.
-Σήμερα τους δείξατε ότι δεν είστε ασή
μαντοι. Τους δείξατε τη δύναμή σας! Πο
λέμησατε γενναία, όμως, κάθε μάχη έχει και τις απώλειες της. Θα μεταφέρετε τους δικούς σας στο Κλέιγουντ, όπου και θα τους θάψετε.
-Οι ληστές; ρώτησε ένας από τους χωρι
κούς.
     Ο Λοκ γύρισε και κοίταξε τα πτώματα των ληστών.
-Αφήστε τους δικούς τους, να έρθουν να τους πάρουν. Όλοι πίσω στο χωριό!
     Οι χωρικοί πήραν τους δικούς τους και πήραν το μονοπάτι για το χωριό.
-Τι θα γίνει με αυτόν; ρώτησε ο Χένρυ, δείχνοντας τον επικεφαλή των ληστών.
-Παρ' τον μαζί σου! Ώρα να μάθουμε πε
ρισσοτερα για τους δικούς του.
     Ο Χένρυ τον πήρε στην πλάτη του και μαζί με τον Λοκ γύρισαν στο Κλέιγουντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου