Κεφάλαιο 1o
Ο Λοκ αποφάσισε να περάσει το ποτάμι.Το κοίταξε, καθώς διέσχιζε το δάσος και κατέληγε στους μακρινούς βάλτους.
Στηριγμένος σε ένα μακρύ κλαδι, έβαλε τα πόδια του στο κρύο νερό.Τα πόδια του βυθίστηκαν στο μαλακό χώμα του ποταμού, δυσκολεύοντας τον να σταθεροποιηθεί. Εμπιστεύτηκε το κλαδί και ήλπιζε να αντέξει το βάρος του.
Τελικά κατάφερε να περάσει τα παρορμητικά νερά του ποταμού, φτάνοντας στην απέναντι όχθη. Αφού κάθισε σε ένα βράχο, έβγαλε τον βρεγμένο μανδύα του και τον έβαλε στον σκισμένο σάκο του.
Με τη βοήθεια του κλαδιού πέρασε ανάμεσα από τα πυκνά καλάμια που είχαν φυτρώσει στην όχθη.
Τώρα μπροστά του απλωνόταν ένα μικρό μονοπάτι,το οποίο και ακολούθησε. Δεν τον ενδιέφερε που οδηγούσε, αλλά βιαζόταν να αφήσει πίσω του τις Βαλτώδεις Περιοχές.
Είχε ακούσει ιστορίες για σκοτεινά πλάσματα που κατοικούσαν στους βάλτους. Βέβαια, ήταν μόνο ιστορίες, αλλά δεν ήθελε να το διακινδυνέψει. Άλλωστε,έπρεπε να ξεφύγει από τους άντρες του άρχοντα Χέιμουρ.
Είχαν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες από τότε που λιποτάκτησε από το στρατό την ώρα της μάχης,στο Στυρμ Ροκ.Ο στρατός του είχε εντολές να αποκρούσει τον εχθρό,με κάθε κόστος.
Όμως,σύντομα περικυκλώθηκαν και πολλοί, (όπως και αυτός),στράφηκαν στο κοντινό δάσος, για να σώσουν τις ζωές τους. Μετά από κάποιες μέρες έμαθε, πως ο στρατός υπό τις εντολές του
άρχοντα Χέιμουρ, με κάποιο περίεργο τρόπο κατάφερε να νικήσει.
Ιππότες του άρχοντα στάλθηκαν σε κάθε γωνιά του Βασιλείου για να συλλάβουν όποιο άντρα φορούσε το έμβλημά του. Ο Λοκ δεν ήταν τόσο χαζός, ώστε να κρατήσει την πανοπλια του. Την ξεφορτώθηκε τη στιγμή που εγκατελειψε τη μάχη.Το μόνο που κράτησε ήταν τα λιγοστά νομίσματα του και το παλιό του σπαθί.
Όμως, παρ' όλα αυτά φοβήθηκε μην τον αναγνωρίσει κάποιος από τους ιππότες που τον κυνηγούσαν, καθώς είχε υπηρετησει αρκετούς από αυτούς ως ιπποκόμος. Είχε ακόμα υπηρετήσει έναν από τους πιο εμπιστους του Χέιμουρ,τον Σερ Γκίβελαντ,ο οποίος είχε διακριθεί πολλές φορές στη μάχη .Ένας φόβος τονκατέλαβε, καθώς σκέφτηκε τον ξακουστο ιπποτη.Ειχε ακούσει ιστορίες για αυτον τον περιφημο καβαλαρη,ο οποίος δεν είχε πέσει ποτέ από το άλογο του σε κανένα τουρνουά.Τον είχε δει και ο ίδιοςο άνθρωπος αυτός ήταν τεράστιος,κανενας άντρας ή ζώο δεν τον έφτανε σε ύψος .Καθως περπατουσε αναρωτιοταν τι θα του συνέβαινε εάν έπεφτε στα χέρια του.
Αφήνοντας πίσω του τούς βαλτουςπροχώρησε βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου η βλάστηση ήταν πυκνότερη και οκίνδυνος ήταν μεγαλύτερος .Πολλοί ειχαν χασει τη ζωή τους στα δάση από λη
στες που παραμονευαν. Δεν ήθελε να γινει ένας από αυτούς, έτσι επιταχύνε το βήμα του.
Κεφάλαιο 2o
Τα κλαδιά των δέντρων του παρείχαν σκιά, καθώς ο πρωινός ήλιος έκαιγε απίστευτα πολύ.Το μικρό μονοπάτι που ακολουθούσε τον οδηγούσε όλο και πιο βαθιά στο δάσος, όμως δεν έχανε τις ελ
πίδα του.
Σύντομα ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων είδε καπνό να κυλάει στον γαλάζιο ουρανό. Αμέσως, άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα, προκειμένου να βρει τον κάτοχο της φωτιάς.
Σχεδόν άρχισε να τρέχει, καθώς έβλεπε, πως πλησίαζε όλο και πιο πολύ.Η χαρά του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν συνηδητοποίησε ότι η φωτιά προερχόταν από κάποιο χωριό, καθώς η δια δρομή οδηγούσε έξω από το δάσος.
Τα πόδια του τον πονούσαν από τα ατελείωτα ταξίδια που έκανε, προκειμένου να ξεφύγει.Παρ' όλα αυτά συνέχιζε να προχωράει γοργά, μέχρι που έφτασε στο τέλος του δάσους.
Το πρώτο που είδε ήταν φωτιά και έπειτα κραυγές πόνου.Ο καπνός προερχόταν από καμμένα σπίτια .Γύρω από αυτα έτρεχαν πανικοβλητοι οι κάτοικοι του χωριού, προσπαθώντας να σβησουν
τις φλόγες, που τύλιγαν τα σπίτια τους.
Οι άντρες έτρεχαν στο ποτάμι κρατώντας στο χέρι ξύλινους κουβάδες, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν τους τραυματίες και απομάκρυναν τα παιδιά από τις φλόγες.
Ο Λοκ άφησε τα πράγματα του στα κλαδιά ενός δέντρου και έτρεξε αμέσως
να βοηθήσει τους χωρικούς .Έτρεξε προς το ποτάμι βοηθώντας στην μεταφορά νερού. Οι κουβάδες γέμιζαν και άδειαζαν, αλλά η φωτιά δεν έσβηνε με τίποτα .Μετά από αρκετές ώρες πάλης με τις φλόγες ,η φωτιά άρχισε σιγά, σιγά να σβήνει και αποκαλύφτηκαν τα απομεινάρια των σπιτιών.
Λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν καταφέρει να γλιτώσουν από τις φλόγες .Οι χωρικοί έδειχναν εξαντλημένοι και απογοητευμένοι .Μπορεί να είχαν καταφέρει να σβήσουν τη φωτιά ,αλλά οι σοδει
ές τους είχαν καταστραφεί και οι κατοικίες τους είχαν καεί συθεμελα.
Ο Λοκ πλησίασε έναν από τους χωρικους που βρισκόταν δίπλα του.
-Τι συνέβη, εδώ πέρα;ρώτησε σκουπιζο
νέας λίγο απ' τον ιδρώτα του.
-Ο Σβεν και οι άνδρες του!Αυτό συνέβη!Μας ταλαιπωρουν μήνες τώρα,όλο και
κάποια ζημιά θα κάνουν, καθώς περνανε
οι μέρες. Πρώτα οι αγελάδες μας, επει
τα τα χωράφια μας και τώρα....τα σπίτια μας!Ο χωρικος σχεδόν λιποθυμησε και
κάποιοι φίλοι του ήρθαν, για να τον συνε
φέρουν.
Ο Λοκ πήγε να βοηθήσει τους τραυματίες, οι οποίοι βρίσκονταν συγκε
ντρωμενοι σε ένα από τα σπίτια που επι
βιωσαν από τη φωτιά.Το σπίτι βρισκο
ταν στην άκρη του χωριού, μακριά από
τους καπνους και τη ζέστη.
Μέσα στο σπίτι βρίσκονταν αρκε
τοι τραυματίες, οι περισσότεροι από αυ
τους ήταν ηλικιωμένοι και ελάχιστα παι
δια.Ολοι τους ήταν ξαπλωμενοι σε προ
χειρα κρεβάτια, φτιαγμένα από δερματα
ζώων.Καποιες γυναίκες πηγαινοερχο
νταν,φροντιζοντας τους τραυματισμε
νους.Αλλοι είχαν σπασμένα δάχτυλα ή χέρια,άλλοι υπεφεραν από σοβαρά εγκαύματα,ενώ κάποιοι κειτονταν αναι
σθητοι στο έδαφος.
Πλησίασε μια γυναίκα που φροντι
ζε ένα μικρό παιδί με ένα εγκαυμα στο κεφάλι.
-Πως μπορώ να βοηθήσω;
-Βοήθησε με, με τους επιδεσμους,ειπε και του έδειξε το αγόρι.
Ο Λοκ έπιασε προσεκτικά το κεφα
λι του αγοριού και πίεσε με τον αντιχει
ρα του, την άκρη του επιδεσμου.Επειτα
τυλιξε απαλά τον βρεγμένο επιδεσμο, γυ
ρω από το κεφάλι του παιδιού και τον ε
δεσε.Το αγόρι για μια στιγμή του χαμογε
λασε, αλλά το χαμόγελο του χάθηκε, κα
θως πίεσε το τραύμα του.
-Φαίνεται πως ξέρεις να χειρίζεσαι τους
τραυματίες, του είπε η γυναίκα.
-Είχα τραυματιστει πολλές φορές στο παρελθόν και έχω αρκετή εμπειρία με
τους τραυματισμους.
-Τη δουλειά έχεις στο Κλέιγουντ;
-Είμαι ένας απλός ταξιδιώτης, που απλά έτυχε να περνάει από εδώ.Ειδα τους καπ
νους από το δάσος και έτρεξα για να βοη
θήσω.
-Εάν ταξιδευεις, όπως λες, τότε που είναι τα πράγματα σου;
-Τα άφησα σε ένα από τα δέντρα έξω απο
το χωριό.Και μπορώ να τα πάρω αυτή τη
στιγμή και να σας αφήσω στην ησυχία σας!Είπε και κίνησε για την πόρτα.
-Όχι, μην φεύγεις!Συγνώμη,..., απλά τις τελευταίες μέρες, αυτό που κάποτε απο
καλουσε το χωριό μας ευτυχία, έχει χαθεί.Συγνωμη που σε υποψιάστηκα.
-Για ποιο λόγο;
-Οι άντρες του Σβεν περιπολούν αυτά τα
δάση και έχουν περάσει μήνες από τότε
που κάποιος επισκέφτηκε το χωριό μας!
-Εάν ήμουν ένας απ' αυτούς,σίγουρα θα η
μουν πιο βρώμικος.Δεν νομίζω οι άντ
ρες του Σβεν να έχουν τέτοιες ανέσεις.
Η νεαρή κοπέλα γέλασε και για μια
στιγμή ξέχασε την φρίκη που έζησε το
χωριό της.
-Ξέχασα να σου συστηθω Λοκ Θράσερ,ει
πε και άπλωσε το χέρι του.
- Σύρι!Είπε και έσφιξαν τα χέρια.Λοιπον
Λοκ!Μιας και έχεις αυτές τις παλιές "εμ
πειριες", θα σε πείραζε να με βοηθησεις με τους υπόλοιπους τραυματίες.
-Δεν με πειράζει .Εξάλλου δεν έχω κάτι
καλύτερο να κάνω προς το παρόν!
Και οι δύο γελασαν και αμέσως με
τα ξεκίνησαν να επιβλεπουν έναν προς ε
ναν τους τραυματίες.
Τα κλαδιά των δέντρων του παρείχαν σκιά, καθώς ο πρωινός ήλιος έκαιγε απίστευτα πολύ.Το μικρό μονοπάτι που ακολουθούσε τον οδηγούσε όλο και πιο βαθιά στο δάσος, όμως δεν έχανε τις ελ
πίδα του.
Σύντομα ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων είδε καπνό να κυλάει στον γαλάζιο ουρανό. Αμέσως, άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα, προκειμένου να βρει τον κάτοχο της φωτιάς.
Σχεδόν άρχισε να τρέχει, καθώς έβλεπε, πως πλησίαζε όλο και πιο πολύ.Η χαρά του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν συνηδητοποίησε ότι η φωτιά προερχόταν από κάποιο χωριό, καθώς η δια δρομή οδηγούσε έξω από το δάσος.
Τα πόδια του τον πονούσαν από τα ατελείωτα ταξίδια που έκανε, προκειμένου να ξεφύγει.Παρ' όλα αυτά συνέχιζε να προχωράει γοργά, μέχρι που έφτασε στο τέλος του δάσους.
Το πρώτο που είδε ήταν φωτιά και έπειτα κραυγές πόνου.Ο καπνός προερχόταν από καμμένα σπίτια .Γύρω από αυτα έτρεχαν πανικοβλητοι οι κάτοικοι του χωριού, προσπαθώντας να σβησουν
τις φλόγες, που τύλιγαν τα σπίτια τους.
Οι άντρες έτρεχαν στο ποτάμι κρατώντας στο χέρι ξύλινους κουβάδες, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν τους τραυματίες και απομάκρυναν τα παιδιά από τις φλόγες.
Ο Λοκ άφησε τα πράγματα του στα κλαδιά ενός δέντρου και έτρεξε αμέσως
να βοηθήσει τους χωρικούς .Έτρεξε προς το ποτάμι βοηθώντας στην μεταφορά νερού. Οι κουβάδες γέμιζαν και άδειαζαν, αλλά η φωτιά δεν έσβηνε με τίποτα .Μετά από αρκετές ώρες πάλης με τις φλόγες ,η φωτιά άρχισε σιγά, σιγά να σβήνει και αποκαλύφτηκαν τα απομεινάρια των σπιτιών.
Λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν καταφέρει να γλιτώσουν από τις φλόγες .Οι χωρικοί έδειχναν εξαντλημένοι και απογοητευμένοι .Μπορεί να είχαν καταφέρει να σβήσουν τη φωτιά ,αλλά οι σοδει
ές τους είχαν καταστραφεί και οι κατοικίες τους είχαν καεί συθεμελα.
Ο Λοκ πλησίασε έναν από τους χωρικους που βρισκόταν δίπλα του.
-Τι συνέβη, εδώ πέρα;ρώτησε σκουπιζο
νέας λίγο απ' τον ιδρώτα του.
-Ο Σβεν και οι άνδρες του!Αυτό συνέβη!Μας ταλαιπωρουν μήνες τώρα,όλο και
κάποια ζημιά θα κάνουν, καθώς περνανε
οι μέρες. Πρώτα οι αγελάδες μας, επει
τα τα χωράφια μας και τώρα....τα σπίτια μας!Ο χωρικος σχεδόν λιποθυμησε και
κάποιοι φίλοι του ήρθαν, για να τον συνε
φέρουν.
Ο Λοκ πήγε να βοηθήσει τους τραυματίες, οι οποίοι βρίσκονταν συγκε
ντρωμενοι σε ένα από τα σπίτια που επι
βιωσαν από τη φωτιά.Το σπίτι βρισκο
ταν στην άκρη του χωριού, μακριά από
τους καπνους και τη ζέστη.
Μέσα στο σπίτι βρίσκονταν αρκε
τοι τραυματίες, οι περισσότεροι από αυ
τους ήταν ηλικιωμένοι και ελάχιστα παι
δια.Ολοι τους ήταν ξαπλωμενοι σε προ
χειρα κρεβάτια, φτιαγμένα από δερματα
ζώων.Καποιες γυναίκες πηγαινοερχο
νταν,φροντιζοντας τους τραυματισμε
νους.Αλλοι είχαν σπασμένα δάχτυλα ή χέρια,άλλοι υπεφεραν από σοβαρά εγκαύματα,ενώ κάποιοι κειτονταν αναι
σθητοι στο έδαφος.
Πλησίασε μια γυναίκα που φροντι
ζε ένα μικρό παιδί με ένα εγκαυμα στο κεφάλι.
-Πως μπορώ να βοηθήσω;
-Βοήθησε με, με τους επιδεσμους,ειπε και του έδειξε το αγόρι.
Ο Λοκ έπιασε προσεκτικά το κεφα
λι του αγοριού και πίεσε με τον αντιχει
ρα του, την άκρη του επιδεσμου.Επειτα
τυλιξε απαλά τον βρεγμένο επιδεσμο, γυ
ρω από το κεφάλι του παιδιού και τον ε
δεσε.Το αγόρι για μια στιγμή του χαμογε
λασε, αλλά το χαμόγελο του χάθηκε, κα
θως πίεσε το τραύμα του.
-Φαίνεται πως ξέρεις να χειρίζεσαι τους
τραυματίες, του είπε η γυναίκα.
-Είχα τραυματιστει πολλές φορές στο παρελθόν και έχω αρκετή εμπειρία με
τους τραυματισμους.
-Τη δουλειά έχεις στο Κλέιγουντ;
-Είμαι ένας απλός ταξιδιώτης, που απλά έτυχε να περνάει από εδώ.Ειδα τους καπ
νους από το δάσος και έτρεξα για να βοη
θήσω.
-Εάν ταξιδευεις, όπως λες, τότε που είναι τα πράγματα σου;
-Τα άφησα σε ένα από τα δέντρα έξω απο
το χωριό.Και μπορώ να τα πάρω αυτή τη
στιγμή και να σας αφήσω στην ησυχία σας!Είπε και κίνησε για την πόρτα.
-Όχι, μην φεύγεις!Συγνώμη,..., απλά τις τελευταίες μέρες, αυτό που κάποτε απο
καλουσε το χωριό μας ευτυχία, έχει χαθεί.Συγνωμη που σε υποψιάστηκα.
-Για ποιο λόγο;
-Οι άντρες του Σβεν περιπολούν αυτά τα
δάση και έχουν περάσει μήνες από τότε
που κάποιος επισκέφτηκε το χωριό μας!
-Εάν ήμουν ένας απ' αυτούς,σίγουρα θα η
μουν πιο βρώμικος.Δεν νομίζω οι άντ
ρες του Σβεν να έχουν τέτοιες ανέσεις.
Η νεαρή κοπέλα γέλασε και για μια
στιγμή ξέχασε την φρίκη που έζησε το
χωριό της.
-Ξέχασα να σου συστηθω Λοκ Θράσερ,ει
πε και άπλωσε το χέρι του.
- Σύρι!Είπε και έσφιξαν τα χέρια.Λοιπον
Λοκ!Μιας και έχεις αυτές τις παλιές "εμ
πειριες", θα σε πείραζε να με βοηθησεις με τους υπόλοιπους τραυματίες.
-Δεν με πειράζει .Εξάλλου δεν έχω κάτι
καλύτερο να κάνω προς το παρόν!
Και οι δύο γελασαν και αμέσως με
τα ξεκίνησαν να επιβλεπουν έναν προς ε
ναν τους τραυματίες.
Κεφάλαιο 3ο
Ο Λοκ με τη βοήθεια της Σύρι είχε καταφέρει να φροντίσει όλους αυ
τους που τον ειχαν ανάγκη.Ολο το βράδυ εραβε και εδενε,πέρασε ατελείωτες ώρες πάνω από τα τραύματα των χωρικών.Μεχρι,που ολα τελείωσαν και ξαπλωσε να ξεκουραστει.
Πάντοτε προτιμουσε να κοιμάται
έξω στη φύση κάτω από το φεγγάρι,εχο
ντας συντροφιά μόνο τις κουκουβαγιες.
Μακριά από τη φασαρία .Όμως,από τότε
που άκουσε για την ομάδα ληστων που περιπολουσε στο δάσος, είχε πάρει τα μέτρα του.
Αποφάσισε να κοιμηθεί στο ίδιο δε
ντρο, όπου είχε αφήσει τα πράγματα του.Σκορπιζοντας λεπτά κλαδιά γύρω α
πο το δέντρο, ήταν σίγουρος πως θα κα
ταλαβαινε εύκολα αν κάποιος βρισκόταν
κοντά.Ηταν ένα κόλπο που είχε μά
θει στο στρατό,έτσι ώστε όταν βρι
σκοταν σε σκοπιά, να καταλάβαινε πότε τον πλησίαζε ο αντικαταστατης του.Με το σπαθί στο χέρι ξαπλωσε στον κορμό του δέντρου και αφού βεβαιωθηκε ότι δεν βρισκόταν κανείς κοντά,έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμηθηκε.
Οι ώρες πέρασαν και ο ήλιος ξανα
ελαμψε πάνω από το Κλέιγουντ.Ενας πα
ραξενος ήχος τον ξύπνησε.Κρατωντας το σπαθί σφιχτά στο χέρι,γύρισε το κε
φαλι.Μακρια από το δέντρο είδε μια φιγούρα να κινείται κάτω από τις απαλές ακτίνες του ήλιου.Στα χέρια
τις φιγούρας βρισκόταν ένα περίεργο α
ντικειμενο, το οποίο δεν μπορούσε να κα
ταλαβει τι ακριβώς ήταν.
Η φιγούρα πλησίασε προσεκτικά
το δέντρο έχοντας συντροφιά το ελαχι
στο φως του ήλιου.Ο Λοκ έκανε σκυ
φτος το γύρω του κορμού,προσεχοντας
μην πατήσει κάποιο από τα κλαδιά που έ
ριξε.Καθως η φιγούρα πλησίαζε όλο και
πιο πολύ,ο Λοκ διεκρινε ένα νεανικό προ
σωπο.Ξαφνικα σταμάτησε, καθώς πατη
σε ένα από τα κλαδιά που είχε ρίξει κα
τω.Ο νέος κοίταξε πρώτα το δεντρο
και έπειτα κοίταξε γύρω του,μήπως
τον παρακολουθουσε κάποιος.
-Ποιος είναι εκεί;ρώτησε φοβισμένος.
Ο Λοκ στην αρχή δεν αποκάλυψε
τον εαυτό του,αλλά τελικά βγήκε μετά α
πο λίγα λεπτά.
Προσεκτικά άφησε το δέντρο και
κατευθυνθηκε προς τον άγνωστο άντρα.
Ο άντρας σχεδόν πισωπατησε, καθώς ει
δε το σπαθί του Λοκ να αστραφτει στο λι
γοστο φως της ημέρας.
-Είσαι ο Λοκ;ρώτησε ο νεαρός,του οποι
ου το πρόσωπο δεν μπορούσε να δει κα
λα.
-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε δείχνοντας του
το σπαθί του.
-Ονομάζομαι Χένρυ!Μην ανησυχείς δεν είμαι ένας από αυτούς.Ο Σβεν έχει δεκα
δες άντρες να περιπολουν στο δάσος νυ
χτα,μέρα.Εαν ήμουν ένας από αυτούς δεν
θα το καταλαβαινες καν, καθώς θα η
σουν ήδη νεκρός.Για να σου πω την αλη
θεία στην αρχή σε πέρασα για έναν από αυτούς...με αυτά τα γένια,του είπε και έδειξε με τα χέρια του τα μακριά μαύρα
γεννια του Λοκ.
-Έχεις δίκιο!Θα μου έκανε καλό ένα ξύρι
σμα πού και πού. Αλλά δεν έχω τον χρο
νο για τέτοια , ειπε και θηκάρωσε το σπα
θι του.
-Τι έκανες μέσα στο δάσος;
-Ήρθα για να πάρω έναν υπνακο!
-Η Σύρι είχε δίκιο... είσαι περίεργος τυ
πος.
-Εκείνη σε έστειλε;
-Ναι!Μαζί με λίγες κουβέρτες,ρούχα και
φρεσκοζυμωμένο ψωμί.Για να σε ευχαρι
στήσει που εσωσες το χωριό μας.
-Πώς ήξερε ότι ήμουν εδώ;
-Σε είδε λίγο πριν φύγεις, να κατευθυνε
σαι προς το δάσος.
Ο νεαρός τον πλησίασε,το φως που τόση ώρα παγιδευοταν στα κλαδιά των δέντρων,φωτισε τον νεαρό άντρα.Ο Λοκ διεκρινε πως ο νεαρός άντρας ήταν
πολύ πιο νεαρός απ' ότι φαινόταν.Ηταν
ένα αγόρι μεγαλύτερο από δεκαεφτά χρονών.Όμως,ήταν πολύ πιο ψηλός απ' ο
τι ένα παιδί στην ηλικία του.
-Μα εσύ...!
-Το ξέρω,δείχνω μεγαλύτερος απ' ότι ει
μαι.Δεν υπάρχει ψηλοτερος στο χωριό α
πο εμένα.
-Πρέπει να το παραδεχτώ,είπε πλησιαζο
ντας το κεφάλι του στο δικό του,είσαι αρκετά ψηλός.
-Αυτά είναι για σένα!Είπε και άφησε κα
τω ένα μεγάλο καλάθι.
Το καλάθι ήταν γεμάτο από τα λι
γοστα δώρα που μπορούσαν να του προ
σφερουν οι χωρικοι ως ανταμοιβή.Ο Λοκ εσκυψε πάνω από το καλάθι και άρχισε να το ψαχουλεύει.Απο τον πάτο του κα
λαθιου έβγαλε ένα κόκκινο μήλο και το ε
φερε κοντά στο στόμα του.Τα δόντια του εσκυσαν το κόκκινο περιτύλιγμα του
μηλου και αφού το μασησε το καταπιε.
-Είναι φρέσκο!του είπε ο Χένρυ.
-Ευχαρίστησε τη Σύρι και όλο το χωριό για εμένα.Μολις ο ήλιος φωτίσει αρκε
τα θα ταξιδεψω βόρεια.
-Δεν μπορείς να μας εγκαταλειψεις τω
ρα!Εξάλλου το δάσος γύρω από το χωριό είναι περικυκλωμενο από τον Σβεν.Μεχρι να ξαναλαμψει ο ήλιος θα είσαι ήδη νεκρός.
-Πρέπει να φύγω.Εχω ήδη αργήσει.
-Τι είναι αυτό που θέλεις τόσο να προλα
βεις;
-Δεν έχεις ιδέα, σε τι κίνδυνο βρίσκομαι!
Γύρνα σπίτι σου,μικρέ!
-Δεν έχω σπίτι, ούτε και οικογένεια για να γυρίσω.
-Τι συνέβη στην οικογένεια σου;
-Με παρατησαν σε αυτόν τον τόπο,όταν η
μουν ακόμη μωρό.Μεγαλωσα τον εαυτό μου μόνος μου.Χωρις να κλέψω ή να ζη
τιανεψω,μόνο δουλεύοντας.Εσύ,δεν ε
χεις ιδέα σε τι κινδύνους βρέθηκα!Ειπε
και κατευθυνθηκε προς την αντίθετη πλευρά.
-Μικρε,περίμενε!Είπε και έτρεξε πίσω του.Συγνωμη για αυτά που σου είπα,ει
μαι κουρασμένος.Ταξιδευω μέρες και ξε
κουραζομαι ώρες.
-Τότε μείνε στο χωριό!Η ζωή εδώ είναι ωραία,αν βέβαια εξαιρέσεις τον Σβεν.
-Λυπάμαι δεν μπορώ να μείνω.Το χωριό σας θα κινδυνεψει...
-Το χωριό μας βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο.
Έχουμε χάσει τα πάντα,πειναμε,διψαμε και όλα αυτά εξαιτίας τους,είπε και κοι
ταξε βαθιά,μέσα στο δάσος.
Ο Λοκ για μια στιγμή κοίταξε τον η
λιο που ανετειλλε και έπειτα το Κλει
γουντ,οι καπνοι ακόμη ξεχωριζαν από τα καμμένα σπίτια.
-Εντάξει θα μείνω να σας βοηθήσω,να επισκευασετε τα σπίτια σας.Ομως,μετα θα αναγκαστω να φύγω!
Ο Χενρυ εγνεψε καταφατικα και γύρισε να φύγει.
-Περίμενε,είπε ο Λοκ και του έδωσε το καλάθι με τα δώρα.
-Τί να το κάνω αυτό;
-Επέστρεψε το στο χωριό.Δεν θα αφήσω ένα ολόκληρο χωριό να λιμοκτονησει.
Ο Χενρυ το έσφιξε καλά στα χέρια και έπειτα χάθηκε στο μονοπάτι που οδη
γουσε προς το Κλέιγουντ.
Ενώ ο Λοκ μάζεψε τα πράγματα του και αφού βεβαιωθηκε πως έκανε το σωσ
το ακολούθησε και αυτός το μονοπάτι προς το χωριό,χαρούμενος που μπορου
σε επιτέλους μετά από πολύ καιρό να βοηθήσει κάποιον.
Ο Λοκ με τη βοήθεια της Σύρι είχε καταφέρει να φροντίσει όλους αυ
τους που τον ειχαν ανάγκη.Ολο το βράδυ εραβε και εδενε,πέρασε ατελείωτες ώρες πάνω από τα τραύματα των χωρικών.Μεχρι,που ολα τελείωσαν και ξαπλωσε να ξεκουραστει.
Πάντοτε προτιμουσε να κοιμάται
έξω στη φύση κάτω από το φεγγάρι,εχο
ντας συντροφιά μόνο τις κουκουβαγιες.
Μακριά από τη φασαρία .Όμως,από τότε
που άκουσε για την ομάδα ληστων που περιπολουσε στο δάσος, είχε πάρει τα μέτρα του.
Αποφάσισε να κοιμηθεί στο ίδιο δε
ντρο, όπου είχε αφήσει τα πράγματα του.Σκορπιζοντας λεπτά κλαδιά γύρω α
πο το δέντρο, ήταν σίγουρος πως θα κα
ταλαβαινε εύκολα αν κάποιος βρισκόταν
κοντά.Ηταν ένα κόλπο που είχε μά
θει στο στρατό,έτσι ώστε όταν βρι
σκοταν σε σκοπιά, να καταλάβαινε πότε τον πλησίαζε ο αντικαταστατης του.Με το σπαθί στο χέρι ξαπλωσε στον κορμό του δέντρου και αφού βεβαιωθηκε ότι δεν βρισκόταν κανείς κοντά,έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμηθηκε.
Οι ώρες πέρασαν και ο ήλιος ξανα
ελαμψε πάνω από το Κλέιγουντ.Ενας πα
ραξενος ήχος τον ξύπνησε.Κρατωντας το σπαθί σφιχτά στο χέρι,γύρισε το κε
φαλι.Μακρια από το δέντρο είδε μια φιγούρα να κινείται κάτω από τις απαλές ακτίνες του ήλιου.Στα χέρια
τις φιγούρας βρισκόταν ένα περίεργο α
ντικειμενο, το οποίο δεν μπορούσε να κα
ταλαβει τι ακριβώς ήταν.
Η φιγούρα πλησίασε προσεκτικά
το δέντρο έχοντας συντροφιά το ελαχι
στο φως του ήλιου.Ο Λοκ έκανε σκυ
φτος το γύρω του κορμού,προσεχοντας
μην πατήσει κάποιο από τα κλαδιά που έ
ριξε.Καθως η φιγούρα πλησίαζε όλο και
πιο πολύ,ο Λοκ διεκρινε ένα νεανικό προ
σωπο.Ξαφνικα σταμάτησε, καθώς πατη
σε ένα από τα κλαδιά που είχε ρίξει κα
τω.Ο νέος κοίταξε πρώτα το δεντρο
και έπειτα κοίταξε γύρω του,μήπως
τον παρακολουθουσε κάποιος.
-Ποιος είναι εκεί;ρώτησε φοβισμένος.
Ο Λοκ στην αρχή δεν αποκάλυψε
τον εαυτό του,αλλά τελικά βγήκε μετά α
πο λίγα λεπτά.
Προσεκτικά άφησε το δέντρο και
κατευθυνθηκε προς τον άγνωστο άντρα.
Ο άντρας σχεδόν πισωπατησε, καθώς ει
δε το σπαθί του Λοκ να αστραφτει στο λι
γοστο φως της ημέρας.
-Είσαι ο Λοκ;ρώτησε ο νεαρός,του οποι
ου το πρόσωπο δεν μπορούσε να δει κα
λα.
-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε δείχνοντας του
το σπαθί του.
-Ονομάζομαι Χένρυ!Μην ανησυχείς δεν είμαι ένας από αυτούς.Ο Σβεν έχει δεκα
δες άντρες να περιπολουν στο δάσος νυ
χτα,μέρα.Εαν ήμουν ένας από αυτούς δεν
θα το καταλαβαινες καν, καθώς θα η
σουν ήδη νεκρός.Για να σου πω την αλη
θεία στην αρχή σε πέρασα για έναν από αυτούς...με αυτά τα γένια,του είπε και έδειξε με τα χέρια του τα μακριά μαύρα
γεννια του Λοκ.
-Έχεις δίκιο!Θα μου έκανε καλό ένα ξύρι
σμα πού και πού. Αλλά δεν έχω τον χρο
νο για τέτοια , ειπε και θηκάρωσε το σπα
θι του.
-Τι έκανες μέσα στο δάσος;
-Ήρθα για να πάρω έναν υπνακο!
-Η Σύρι είχε δίκιο... είσαι περίεργος τυ
πος.
-Εκείνη σε έστειλε;
-Ναι!Μαζί με λίγες κουβέρτες,ρούχα και
φρεσκοζυμωμένο ψωμί.Για να σε ευχαρι
στήσει που εσωσες το χωριό μας.
-Πώς ήξερε ότι ήμουν εδώ;
-Σε είδε λίγο πριν φύγεις, να κατευθυνε
σαι προς το δάσος.
Ο νεαρός τον πλησίασε,το φως που τόση ώρα παγιδευοταν στα κλαδιά των δέντρων,φωτισε τον νεαρό άντρα.Ο Λοκ διεκρινε πως ο νεαρός άντρας ήταν
πολύ πιο νεαρός απ' ότι φαινόταν.Ηταν
ένα αγόρι μεγαλύτερο από δεκαεφτά χρονών.Όμως,ήταν πολύ πιο ψηλός απ' ο
τι ένα παιδί στην ηλικία του.
-Μα εσύ...!
-Το ξέρω,δείχνω μεγαλύτερος απ' ότι ει
μαι.Δεν υπάρχει ψηλοτερος στο χωριό α
πο εμένα.
-Πρέπει να το παραδεχτώ,είπε πλησιαζο
ντας το κεφάλι του στο δικό του,είσαι αρκετά ψηλός.
-Αυτά είναι για σένα!Είπε και άφησε κα
τω ένα μεγάλο καλάθι.
Το καλάθι ήταν γεμάτο από τα λι
γοστα δώρα που μπορούσαν να του προ
σφερουν οι χωρικοι ως ανταμοιβή.Ο Λοκ εσκυψε πάνω από το καλάθι και άρχισε να το ψαχουλεύει.Απο τον πάτο του κα
λαθιου έβγαλε ένα κόκκινο μήλο και το ε
φερε κοντά στο στόμα του.Τα δόντια του εσκυσαν το κόκκινο περιτύλιγμα του
μηλου και αφού το μασησε το καταπιε.
-Είναι φρέσκο!του είπε ο Χένρυ.
-Ευχαρίστησε τη Σύρι και όλο το χωριό για εμένα.Μολις ο ήλιος φωτίσει αρκε
τα θα ταξιδεψω βόρεια.
-Δεν μπορείς να μας εγκαταλειψεις τω
ρα!Εξάλλου το δάσος γύρω από το χωριό είναι περικυκλωμενο από τον Σβεν.Μεχρι να ξαναλαμψει ο ήλιος θα είσαι ήδη νεκρός.
-Πρέπει να φύγω.Εχω ήδη αργήσει.
-Τι είναι αυτό που θέλεις τόσο να προλα
βεις;
-Δεν έχεις ιδέα, σε τι κίνδυνο βρίσκομαι!
Γύρνα σπίτι σου,μικρέ!
-Δεν έχω σπίτι, ούτε και οικογένεια για να γυρίσω.
-Τι συνέβη στην οικογένεια σου;
-Με παρατησαν σε αυτόν τον τόπο,όταν η
μουν ακόμη μωρό.Μεγαλωσα τον εαυτό μου μόνος μου.Χωρις να κλέψω ή να ζη
τιανεψω,μόνο δουλεύοντας.Εσύ,δεν ε
χεις ιδέα σε τι κινδύνους βρέθηκα!Ειπε
και κατευθυνθηκε προς την αντίθετη πλευρά.
-Μικρε,περίμενε!Είπε και έτρεξε πίσω του.Συγνωμη για αυτά που σου είπα,ει
μαι κουρασμένος.Ταξιδευω μέρες και ξε
κουραζομαι ώρες.
-Τότε μείνε στο χωριό!Η ζωή εδώ είναι ωραία,αν βέβαια εξαιρέσεις τον Σβεν.
-Λυπάμαι δεν μπορώ να μείνω.Το χωριό σας θα κινδυνεψει...
-Το χωριό μας βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο.
Έχουμε χάσει τα πάντα,πειναμε,διψαμε και όλα αυτά εξαιτίας τους,είπε και κοι
ταξε βαθιά,μέσα στο δάσος.
Ο Λοκ για μια στιγμή κοίταξε τον η
λιο που ανετειλλε και έπειτα το Κλει
γουντ,οι καπνοι ακόμη ξεχωριζαν από τα καμμένα σπίτια.
-Εντάξει θα μείνω να σας βοηθήσω,να επισκευασετε τα σπίτια σας.Ομως,μετα θα αναγκαστω να φύγω!
Ο Χενρυ εγνεψε καταφατικα και γύρισε να φύγει.
-Περίμενε,είπε ο Λοκ και του έδωσε το καλάθι με τα δώρα.
-Τί να το κάνω αυτό;
-Επέστρεψε το στο χωριό.Δεν θα αφήσω ένα ολόκληρο χωριό να λιμοκτονησει.
Ο Χενρυ το έσφιξε καλά στα χέρια και έπειτα χάθηκε στο μονοπάτι που οδη
γουσε προς το Κλέιγουντ.
Ενώ ο Λοκ μάζεψε τα πράγματα του και αφού βεβαιωθηκε πως έκανε το σωσ
το ακολούθησε και αυτός το μονοπάτι προς το χωριό,χαρούμενος που μπορου
σε επιτέλους μετά από πολύ καιρό να βοηθήσει κάποιον.
Κεφάλαιο 4ο
Δύο μέρες είχαν περάσει από τότε που οι ληστές είχαν επιτεθεί.Οι χωρικοι
ήταν αποφασισμενοι να επισκευάσουν τα
σπίτια τους.Ετσι άρχισαν οποιοδήποτε κοντινό στα δάση γύρω από το χωριό.
Ο Λοκ βρισκόταν σε ένα από τα κεντρικά σπίτια του χωριού.Με τη βοη
θεια μιας σκάλας είχε καταφέρει να ανε
βει στην οροφή.Ειχε πάρει μαζί του αχυ
ρο για να σκεπασει την καμμένη σκεπή.
Στερεωσε κλαδιά στην οροφή,ως στηρι
γματα και έπειτα άρχισε να τοποθετεί προσεκτικά το αχυρο.Οι ξυλινοι τοίχοι του σπιτιού είχαν καεί και δεν ήταν απο
λυτα σίγουρος εάν η οροφή θα άντεχε το
βάρος του.
Γι' αυτό προσπαθούσε να μείνει όσο
ακίνητος μπορούσε να είναι.Εδεσε σφι
χτα τα δεματια και τα εχωνε ανάμεσα α
πο τα κλαδιά.Εμεινε αρκετή ώρα στην ο
ροφη, μέχρι που τελείωσε την επισκευή.
Κατέβηκε από την σκάλα προσεκτι
κά και από κάτω του αντικρισε τον Χεν
ρυ να επισκευαζει τους τοίχους του σπι
τιου.
-Πώς τα πήγες με την σκεπή;τον ρώτησε
,καθώς έβαζε μια νέα σανίδα στον λιωμε
νο τοίχο.
-Έτοιμη!Εσύ τί γίνεται με τους τοίχους;
-Χρειάζονται δουλειά ακόμη.Οι τοίχοι ε
χουν λιώσει και όλοι τους έχουν καεί α
πο τις φλόγες.
-Μηπως υπάρχει έλλειψη υλικών;
-Προς το παρόν οι αποθήκες μας είναι γε
ματες.Την κοίταξα εγώ ο ίδιος,έχουμε αρκετά καρφιά,ξύλα και εργαλεία για εβ
δομαδες.
-Ωραία!είπε ο Λοκ αφήνοντας τον Χενρυ να συνεχίσει τη δουλειά του.
Περπατησε ανάμεσα από τα σπίτια του χωριού,για να δει πως πήγαινε η επι
σκευη των υπόλοιπων σπιτιών. Καθώς έφτασε στην ανατολική πλευρά του χω
ριου,είδε τους χωρικους να εργάζονται με επιμονή και χαρά.
Μπορούσε να δει τους ξυλοκόπους στην άκρη του δάσους να πελεκούν τα δέντρα που πίστευαν,πως θα τους παρεί
χαν το κατάλληλο ξύλο για την επισκευή
των σπιτιών τους.Οι χτίστες συνεργάζο
νταν μεταξύ τους,μεταφέροντας χέρι,με χέρι τις σανιδες και τα καρφιά.
Ένας από τους ηλικιωμένους τρα
γουδουσε χαρωπά ένα παλιό τραγούδι.Ο
Λοκ θυμοταν αυτό το τραγούδι.Ειχε μα
θει τους στίχους,όταν ήταν ακόμη στο στρατό.Καποιοι από τους χτιστες τρα
γουδουσαν μαζί με το γέρο.
"Εμπρός παλικάρια, δουλεψτε σκληρά!
Τα σπίτια να τελειώσουμε πριν τη βρα
δια!
Εμπρός!Εμπρός!
Χτυπήστε,τρυπηστε,πελεκείστε!
Εμπρός!Εμπρός!
Νους!Σώμα!Στη δουλειά!
Χτυπήστε,χτυπήστε,τα καρφιά!... "
Οι χτίστες σιγοτραγουδουσαν και χτύπαγαν με δύναμη τα καρφιά με τα σφυρια τους,όταν το τραγούδι έφτανε στον κατάλληλο στίχο.Ο Λοκ τους επε
βλεπε, καθώς εχτιζαν τις καλυβες τους. Οι χωρικοι εργαζονταν σκληρά εδώ και δύο μέρες.Ο μόνος λόγος που σταματούσαν ήταν για να φάνε ή να δρο
σίσουν το πρόσωπό τους με το λιγοστο νερό του ποταμού.
Ο Λοκ στα παρακάτω σπίτια μπο
ρουσε να δει την Σύρι μαζi με άλλες γυ
ναίκες να προσφέρουν νερό και φαγητό στους άντρες που εργαζονταν σκληρά, για να επισκευασουν το χωριό.Πλησιασε τον Λαντ,έναν από τους άντρες που είχε
τοποθετήσει σε κάθε πλευρά του χωριού,ώστε να φυλάνε το δάσος.
-Είδατε τίποτα, μέχρι τώρα;ρώτησε κοι
τάζοντας βαθιά μέσα στο δάσος.
-Όλα είναι ήσυχα, προς το παρόν.Κανένας ληστής δεν βγήκε από το δάσος.Λες να ξαναγυρίσουν;
-Είναι πολύ πιθανό!Αλλά αυτή τη φορά θα είστε έτοιμοι.Μπορεί να μην έχετε τα κατάλληλα όπλα, για να πολεμήσετε, αλλά ελπίζω να είστε αρκετά γενναίοι, ώστε να υπερασπιστείτε το σπίτι σας, είπε ρίχνοντας λίγο νερό στο πρόσωπο του.
-Να 'σαι σίγουρος!Θα τους πολεμήσω ακόμα και με τα ίδια μου τα χέρια.Μου αρκεί να προστατέψω την οικογένεια μου.
-Ελπίζω να μην φτάσουμε εκεί!Θα τους α
ντιμετωπίσουμε, αλλά μέχρι ένα σημείο. Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσει ο άρχοντας σας.
-Εννοείς τον Χέιμουρ;Αυτός έχει να ασχο
ληθεί μαζί μας, εδώ και χρόνια.Μόνο οι φοροεισπρακτορές του έρχονται,μια φορά κάθε δύο εβδομάδες,για να μαζέψουν τους φόρους..., το πρόσωπό του Λοκ χλόμιασε στην λέξη “Χέιμουρ”.
-Ο άρχοντας Χέιμουρ, ο Ντάιζεν Χέιμουρ, είναι ο τοπικός σας άρχοντας;ρώτησε τρομαγμένος.
-Ο άρχοντας των Βαλτότοπων, για την ακρίβεια!
-Από ποτέ οι Χέιμουρ κυριαρχούν στους Βαλτότοπους;Ρώτησε με μεγάλη περιέργεια.
-Το Βαλτόκαστρο,ανήκει στην οικογένεια Χέιμουρ εδώ και πέντε χρόνια...
-Μα οι Ντάρκγουντ,νόμιζα πως εξουσία
ζαν τους Βάλτους!Τον διέκοψε.
-Είναι μεγάλη ιστορία.Οι οικογένεια Ντάρκγουντ, έχασε την εξουσία της,πριν από πολύ καιρό, όταν συμμάχησαν με τους λάθους ανθρώπους.Αν θυμάμαι καλά,ο Όντυλ Ντάρκγουντ, ήταν εκείνος που είχε κάνει το λάθος να στραφεί, ενα
ντίον του βασιλιά Τόρκιελ.Αυτό του κό
στισε το Βαλτόκαστρο και την κυριαρχία της οικογένειας του στους Βάλτους.
-Τι απέγιναν οι Ντάρκγουντ;
-Πολλοί λένε, ότι ο Όντυλ, από τη στενο
χώρια του, αρματώθηκε με την πανοπλί
α του και αυτοκτόνησε, πηδώντας μέσα στους βάλτους .Όμως, το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ .Κάποιοι λένε, ότι η ψυχή του στοιχειώνει τα δάση γύρω από τους βάλτους, μέχρι το Βαλτόκαστρο να επιστρέψει στην οικογένεια του.
-Υπάρχουν κληρονόμοι;
-Ο μοναδικός γιος του, ο Όλιβερ, διωχτη
κε από τον ίδιο, όταν έχασε το κάστρο του.Θεώρησε ότι ο γιος του τον οδήγησε
σε αυτή την καταστροφή.Ο νεαρός Ντάρκγουντ δεν ξαναφάνηκε ποτέ στο Μπρέντεν από τότε.
-Εγώ ήξερα,πως οι Χέιμουρ εξουσίαζαν το Αλμυρό Κάστρο, νότια της πρωτεύ
ουσας.
-Οι καιροί έχουν αλλάξει πολύ από τότε.
Και έχουν αλλάξει ακόμη περισσότερο α
πό τότε που διαλύθηκε ο στρατός του, πολεμώντας τους Βόρρειους Ανθρώ
πους, στο Στυρμ Ροκ.
-Ώστε, το έμαθες και εσύ;
-Εάν εννοείς την απόλυτη καταστροφή του στρατού του.Τότε ναι, την έμαθα.Ά
κουσα, επίσης, ότι με τη βοήθεια μαύρης
μαγείας, κατάφερε να κερδίσει.
-Μαύρη Μαγεία;Όλοι οι μάγοι έχουν εξα
φανιστεί από το Μπρέντεν.
-Όχι όλοι!Ο Κάρνταν ο Υψηλός, ο τελευ
ταίος από τους αρχαίους μάγους που κα
τοικούσαν στην ήπειρο του Ντρέθαν, απο
φάσισε να πάρει μέρος στη μάχη.Οι κε
ραυνοί του διέλυσαν τις γραμμές του εχ
θρού.
"Ώστε μάγος, τον βοήθησε", σκέφτη
κε ο Λοκ.
-Αλλά εσύ πώς τα έμαθες όλα αυτά;Απ' ό σο έχω ακούσει, έχουν περάσει μήνες από τότε που κάποιος πέρασε από το χωριό.
-Επισκέπτες δεν έχουμε, αλλά τους φο
ροεισπράκτορες, δε μπορούμε να τους ξεφορτωθούμε.Αν τους κεράσεις αρκε
τό ποτό, μπορούν να σου πουν τα πάντα.
-Κρίμα, που με το ποτό, δε μπορείτε να μειώσετε τους φόρους, είπε ο Λοκ και γέλασαν και οι δύο.
-Οι φόροι τελευταία, έχουν ανέβει πολύ!
Ο ανόητος, ο Ντάιζεν, ζητά όλο και πιο πολλά.Μαλλον για να ανασυντάξει τον
στρατό του.
-Απ' ότι βλέπω, δε νομίζω να έχετε αρκε
τά, για να πληρώσετε τους φόρους.
-Πράγματι!Ο Σβεν μας έχει πάρει τα πά
ντα.
-Θα έρθει και η σειρά τους!είπε και έφυγε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου